Τρεις κόρες και δύο ανιψιές κατήγγειλαν έναν 50χρονο από την Αχαΐα για σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική τους ηλικία. Οι πέντε γυναίκες απευθύνθηκαν στις Αρχές αφού είχαν ενηλικιωθεί. Ο κατηγορούμενος προφυλακίστηκε, ενώ η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται και οι Αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις.

Μια είδηση που διαβάζεται δύσκολα. Όχι μόνο εξαιτίας των καταγγελιών, αλλά και επειδή ο άνθρωπος στον οποίο αναφέρονται δεν ήταν κάποιος άγνωστος. Ήταν ο πατέρας και ο θείος τους.

Και τότε έρχονται οι ερωτήσεις. Πώς μπορεί ένα παιδί να κινδυνεύει μέσα στην ίδια του την οικογένεια; Δεν υπήρχαν σημάδια; Δεν το κατάλαβε κανείς; 

Για τη συγκεκριμένη οικογένεια δε γνωρίζουμε τις απαντήσεις. Δε γνωρίζουμε ποιος αντιλήφθηκε τι, αν υπήρξαν προηγούμενες αποκαλύψεις ή τι οδήγησε τις γυναίκες να απευθυνθούν στις Αρχές τη δεδομένη στιγμή. Υπάρχει, όμως, κάτι που αξίζει να εξεταστεί πέρα από τη συγκεκριμένη υπόθεση: πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται ένα παιδί την κακοποίηση από όσο τη φαντάζεται ένας ενήλικας που διαβάζει γι’ αυτήν εκ των υστέρων.

Το «γιατί δε μίλησε;» προϋποθέτει ότι το παιδί κατάλαβε ακριβώς τι του συνέβαινε, ήξερε πως δεν έφταιγε, γνώριζε σε ποιον να απευθυνθεί και πίστευε ότι, αν μιλούσε, θα ήταν ασφαλές. Πόσα πράγματα ζητά μια τόσο μικρή ερώτηση από έναν τόσο μικρό άνθρωπο;

Όταν η παραβίαση προέρχεται από οικείο πρόσωπο, το παιδί δεν έχει απέναντί του μόνο κάποιον που το φοβίζει. Μπορεί να έχει τον άνθρωπο που το φροντίζει, που του προσφέρει φαγητό, που το πηγαίνει στο σχολείο, που όλοι γύρω του εμπιστεύονται. Η ανάγκη για ασφάλεια και ο φόβος μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο. Κι αυτή η αντίφαση δεν λύνεται εύκολα, ιδίως όταν ο κόσμος του παιδιού εξαρτάται από εκείνον των μεγάλων.

Μπορεί να ντρέπεται χωρίς να έχει κάνει τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται. Να φοβάται ότι δε θα το πιστέψουν. Ότι θα το κατηγορήσουν. Ότι θα συμβεί κάτι κακό στην οικογένεια. Να αισθάνεται πως, αν μιλήσει, θα είναι εκείνο που θα προκαλέσει την αναστάτωση, αντί να αναγνωριστεί η ευθύνη εκείνου που παραβίασε τα όριά του.

Μερικές φορές δεν υπάρχει καν μια ολοκληρωμένη αφήγηση έτοιμη να ειπωθεί. Υπάρχει μια δυσφορία, μια αίσθηση ότι κάτι δεν είναι σωστό, λίγες λέξεις που δοκιμάζονται διστακτικά μπροστά σε κάποιον που μοιάζει ασφαλής.

Η αποκάλυψη δεν είναι πάντα μια στιγμή. Μπορεί να είναι μια διαδρομή. Κάποια παιδιά μιλούν νωρίς. Άλλα σταδιακά. Άλλα βρίσκουν τις λέξεις όταν μεγαλώσουν, απομακρυνθούν από σχέσεις εξάρτησης ή συναντήσουν ανθρώπους που μπορούν να ακούσουν. Δεν υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα που οφείλει να ακολουθήσει η ανθρώπινη εμπειρία για να θεωρηθεί άξια προσοχής.

Αυτό δε σημαίνει ότι ο χρόνος μιας καταγγελίας αποδεικνύει την αλήθεια της. Ούτε ότι την αναιρεί. Η διερεύνηση των συγκεκριμένων καταγγελιών ανήκει στη Δικαιοσύνη. Η κατανόηση των εμποδίων που μπορεί να συναντά ένα παιδί όταν προσπαθεί να μιλήσει είναι μια διαφορετική, εξίσου αναγκαία συζήτηση. Γιατί η ευθύνη της προστασίας δεν μπορεί να βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του παιδιού. Δεν αρκεί να του λέγεται «αν σου συμβεί κάτι, μίλα». Χρειάζεται να υπάρχουν ενήλικες που παρατηρούν, που αντέχουν να ακούσουν κάτι δύσκολο, που δεν απορρίπτουν μια αποκάλυψη επειδή ανατρέπει την εικόνα που έχουν για έναν δικό τους άνθρωπο. Και που ξέρουν να αναζητήσουν βοήθεια, αντί να αφήσουν το παιδί μόνο με όσα τόλμησε να πει.

Η σημερινή υπόθεση θα ακολουθήσει τη δικαστική της πορεία. Οι πέντε γυναίκες δε χρειάζεται να γίνουν αντικείμενο εικασιών για να τεθεί ένα ερώτημα που αφορά κάθε οικογένεια, κάθε σχολείο, κάθε χώρο όπου μεγαλώνουν παιδιά.

Πριν αναρωτηθεί κανείς γιατί ένα παιδί δε μίλησε νωρίτερα, αξίζει να αναρωτηθεί αν είχε πού να μιλήσει. Και τι θα συνέβαινε αν το έκανε. Γιατί το δυσκολότερο δεν είναι πάντα να βρει ένα παιδί τη φωνή του. Είναι να βρει έναν κόσμο που θα το ακούσει και θα το προστατεύσει.

 

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα