Υπάρχει ένας άγραφος νόμος στις ανθρώπινες σχέσεις αν θέλεις να ακούσεις κάτι πραγματικά σημαντικό, μην κανονίσεις ποτέ επίσημη συζήτηση. Μην πεις «θέλω να μιλήσουμε». Μην κλείσεις τραπέζι σε ήσυχο μαγαζί, μην αφήσεις τα κινητά στην άκρη με εκείνο το ύφος που προδίδει ότι ακολουθεί σοβαρό θέμα.

Κάνε κάτι εντελώς διαφορετικό πηγαινε να πλύνεις τα πιάτα ή μπες στο αυτοκίνητο ή πες «πάμε μια βόλτα;» χωρίς να ξέρεις καν πού πηγαίνεις. Εκεί, κατά πάσα πιθανότητα, θα ειπωθούν όλα. Δεν είναι περίεργο; Για τα πιο ασήμαντα πράγματα χρειαζόμαστε οργάνωση. Για τα σημαντικά, συνήθως χρειαζόμαστε απλώς ένα μισογεμάτο πλυντήριο πιάτων.

Κάπως έτσι λειτουργεί η ανθρώπινη επικοινωνία. Όσο περισσότερο προσπαθείς να δημιουργήσεις τη σωστή στιγμή για να μιλήσεις, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να μιλήσεις πραγματικά. Χωρίς να το καταλάβεις η στιγμή αποκτά βάρος πριν προλάβει να αποκτήσει περιεχόμενο. Και μετά έρχεται μια εντελώς ακατάλληλη ώρα, είναι βράδυ, κάποιος μαζεύει ποτήρια, ο άλλος καθαρίζει τον πάγκο, κάνεις δεν έχει σκοπό να συζητήσει τίποτα περισσότερο από το αν αύριο ίσως βρεθεί ή εάν θα έχει ωραίο καιρό.

«Να σου πω κάτι;» Αυτό το «κάτι» είναι συνήθως το πρόβλημα, γιατί ποτέ δεν είναι κάτι, είναι όλα όσα δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε. Ίσως το πλύσιμο των πιάτων να έχει μια παράξενη θεραπευτική ιδιότητα. Το ένα χέρι τρίβει, το άλλο ξεπλένει, το νερό τρέχει και το μυαλό βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία να βγάλει από το συρτάρι σκέψεις που είχε βάλει εκεί «για αργότερα». Και το «αργότερα» των ανθρώπων είναι ένα πολύ μεγάλο συρτάρι. Το αστείο είναι ότι κανείς δεν ξεκινάει με το σημαντικό.

Ξεκινάει με κάτι εντελώς άσχετο. «Θυμάσαι που πήγαμε εκεί πέρσι;» «Ναι.» «Τελικά, μου άρεσε πολύ εκείνη η περίοδος.» Παύση. «Νομίζω ότι μου λείπει λίγο η ζωή μου τότε.» Και κάπως έτσι, χωρίς προειδοποίηση, από μια ανάμνηση βρέθηκες να μιλάς για μια ολόκληρη ζωή.

Το ίδιο συμβαίνει στο αυτοκίνητο. Υπάρχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό σε δύο ανθρώπους που κάθονται δίπλα-δίπλα χωρίς να κοιτάζονται. Τα φώτα της πόλης περνούν από το παρμπρίζ, ένα τραγούδι παίζει χαμηλά και κανείς δεν χρειάζεται να διαχειριστεί την έκφραση του άλλου. Μπορείς να πεις κάτι δύσκολο κοιτάζοντας μια πινακίδα. Μπορείς να πεις «φοβάμαι» κοιτάζοντας ένα κόκκινο φανάρι. Μπορείς να παραδεχτείς «δεν ξέρω αν θέλω να συνεχίσω» και, αμέσως μετά, να αλλάξεις ταχύτητα. Το αυτοκίνητο έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα σε κρατάει αρκετά κοντά για να μιλήσεις και αρκετά απασχολημένο για να μην τρομάξεις από την ίδια σου την ειλικρίνεια. Ίσως γι’ αυτό οι μεγαλύτερες εξομολογήσεις σπάνια γίνονται σε άδειους χώρους, γίνονται σε διαδρομές. Γιατί όταν κινείσαι, έχεις την ψευδαίσθηση ότι δεν αντιμετωπίζεις κάτι. Απλώς πηγαίνεις κάπου και είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσεις όταν δεν χρειάζεται να κοιτάξεις κατάματα αυτό που λες.

Το περπάτημα κάνει κάτι παρόμοιο, μόνο που εδώ υπάρχει και το άλλο μεγάλο πλεονέκτημα: η σιωπή δεν φαίνεται περίεργη. Μπορείς να περπατάς δίπλα σε κάποιον για πέντε λεπτά χωρίς να πεις τίποτα και κανείς δεν θα σκεφτεί ότι η σχέση σας βρίσκεται σε κρίση. Απλώς περπατάτε. Κι ύστερα, ξαφνικά, «Ξέρεις τι σκέφτομαι τελευταία;» και η κουβέντα ξεκινάει. Ίσως επειδή το περπάτημα αφήνει χώρο στις σκέψεις να εμφανιστούν χωρίς να απαιτεί να είναι έτοιμες. Δεν χρειάζεται να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις να πεις. Μπορείς να ξεκινήσεις μπερδεμένα και να βρεις τη φράση στην πορεία. Άλλωστε, κάπως έτσι λειτουργεί και η ζωή. Σπάνια ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε πριν αρχίσουμε να το λέμε.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι οι σημαντικές συζητήσεις έχουν ανάγκη από μια μικρή παράλληλη απασχόληση. Ένα πιάτο για να τρίψεις, εναν δρόμο για να διασχίσεις, ενα πεζοδρόμιο για να κοιτάξεις. Ίσως επειδή όταν το σώμα έχει κάτι να κάνει, το μυαλό δεν αισθάνεται τόσο εκτεθειμένο. Δεν είσαι πλέον «ο άνθρωπος που πρέπει να κάνει μια δύσκολη συζήτηση». Είσαι απλώς ο άνθρωπος που οδηγεί ή που μαζεύει το τραπέζι ή που περπατάει δίπλα σε κάποιον. Και μέσα σε αυτή τη φαινομενικά ασήμαντη στιγμή, μπορείς να πεις πράγματα που θα δυσκολευόσουν να πεις αν καθόσουν απέναντί του σε ένα τραπέζι και περίμενες από τον εαυτό σου να είναι ειλικρινής.

Γιατί η ειλικρίνεια, τελικά, δεν αγαπάει ιδιαίτερα τα σκηνικά. Δε χρειάζεται χαμηλό φωτισμό, δύο ποτήρια κρασί και μια μουσική που ακούγεται στο βάθος. Μερικές φορές θέλει απλώς σαπουνάδα στα χέρια ή έναν δρόμο που ξέρεις απ’ έξω ή ένα ζευγάρι παπούτσια που συνεχίζει να προχωράει ενώ εσύ προσπαθείς να καταλάβεις τι ακριβώς νιώθεις. Και ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε τόσο έντονα αυτές τις κουβέντες οχι επειδή έγιναν σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή αλλά επειδή έγιναν σε μια εντελώς συνηθισμένη.

Εκεί που κανείς δεν περίμενε να συμβεί κάτι και τελικά συνέβη το πιο σημαντικό, κάποιος είπε την αλήθεια του. Ανάμεσα σε δύο πιάτα σε ένα κόκκινο φανάρι, σε μια στροφή, σε μια βόλτα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Κι αν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα, μάλλον είναι αυτό την επόμενη φορά που κάποιος θα σου πει «πάμε μια βόλτα;», μην ρωτήσεις απαραίτητα πού. Μπορεί να μη θέλει να πάει κάπου, μπορεί απλώς να θέλει, επιτέλους, να σου πει κάτι.

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου