Κάποιες φωνές ξέρουν πού έχουμε κρύψει τα παλιά μας πράγματα. Το πρώτο μας μαύρο μπλουζάκι. Ένα τηλέφωνο που μάθαμε απέξω και δεν καλέσαμε ποτέ ξανά. Την αφέλεια με την οποία πιστεύαμε ότι ο έρωτας, άμα ήταν αρκετός, θα τα κατάφερνε. Δε χρειάζεται να ψάξουν πολύ. Ακουμπούν πάνω σε μια νότα και ξαφνικά είμαστε εκεί: νεότεροι, πιο απροστάτευτοι, με ολόκληρη τη ζωή μπροστά μας και την παράλογη βεβαιότητα ότι κανείς δεν είχε αισθανθεί ποτέ τόσο πολύ.
Στο Κύτταρο, η Θεοδοσία Τσάτσου βρήκε πάλι το κλειδί.
Την αγαπώ αυτή τη γυναίκα. Με εκείνη την αγάπη που αποκτάς για ανθρώπους που δε σε γνωρίζουν, κι όμως έχουν υπάρξει παρόντες σε πολύ προσωπικές σου στιγμές. Την έχεις ακούσει σε δωμάτια όπου δεν μπήκε κανείς άλλος. Έχει τραγουδήσει ενώ εσύ προσπαθούσες να μαζέψεις την αξιοπρέπειά σου από ένα πάτωμα ή ετοιμαζόσουν να την ξαναρισκάρεις. Και όταν τη βλέπεις στη σκηνή, αισθάνεσαι μια ανεξήγητη οικειότητα. Θέλεις σχεδόν να της πεις: ξέρεις, έχουμε περάσει αρκετά μαζί.
«Νιώθω ενοχές».
Πόσα χρόνια χωρούν σε αυτές τις τρεις λέξεις; Πόσες Κυριακές, πόσα ξημερώματα, πόσα «δεν έπρεπε» που τότε έμοιαζαν με τον μοναδικό λόγο για να κάνουμε κάτι; Η φωνή της, από την πρώτη εποχή των Μπλε, είχε αυτή την παράξενη ιδιότητα: μπορούσε να δώσει στην εσωτερική μας αναστάτωση μουσικό σώμα. Ακούγαμε μια γυναίκα να τραγουδά και αναγνωρίζαμε τη δική μας αταξία. Τον θυμό που δεν έβρισκε σωστή διατύπωση. Την επιθυμία που μας ντρόπιαζε λίγο και μας κρατούσε ξύπνιους πολύ.
Τα ’90s επιστρέφουν κάπως έτσι. Από μια χαραμάδα στον ήχο. Μαζί τους έρχονται κασέτες με μισοσβησμένες επιγραφές, τραγούδια που περιμέναμε στο ραδιόφωνο, αφιερώσεις που ήταν ολόκληρες ερωτικές επιστολές μεταμφιεσμένες σε μουσική επιλογή. Ύστερα τα 00s: μεγαλώναμε, δοκιμάζαμε ζωές, μπερδεύαμε την ανεξαρτησία με τη μοναξιά και το πάθος με την υπόσχεση. Η Θεοδοσία ακουγόταν μέσα σε όλα αυτά σαν άνθρωπος που είχε καταλάβει πόσο άγρια μπορεί να είναι η τρυφερότητα.
Η παρουσία της στην ελληνική μουσική έφερε μια ελευθερία που εξακολουθώ να βρίσκω πολύτιμη. Εκείνο το βαθύ, γδαρμένο μέταλλο της φωνής της, η συγγένεια με τα blues και τη soul, η ορμή του ροκ, ο ρυθμός που ξεκινούσε από το σώμα. Στον τρόπο της υπήρχε χώρος για μια γυναίκα ολόκληρη: ελεύθερη, θυμωμένη, ευάλωτη, ανυπότακτη. Μπορούσε να εκτεθεί χωρίς να μικρύνει. Να παραδεχτεί την ανάγκη της και να παραμείνει κυρίαρχη επάνω στη σκηνή. Για όσες μεγαλώσαμε ακούγοντάς την, κάτι τέτοιο άφηνε αποτύπωμα πολύ βαθύτερο από μια αγαπημένη μελωδία.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη «Ζωή» και στο «Άγγελέ μου», άρχισα να σκέφτομαι τους ανθρώπους γύρω μου.
Γιατί το κοινό της Θεοδοσίας είναι από μόνο του μια ιστορία αγάπης. Κοιτάζεις την αίθουσα και δυσκολεύεσαι να βρεις μια ταμπέλα που να τους χωρά όλους. Διαφορετικές ηλικίες, παρουσίες, τρόποι να στέκονται, να ντύνονται, να αφήνονται. Πρόσωπα που κουβαλούν μαζί της δεκαετίες. Άνθρωποι νεότεροι, που έφτασαν στα τραγούδια από άλλους δρόμους. Παρέες που έξω από αυτή την αίθουσα ίσως να μην αντάλλασσαν ποτέ κουβέντα. Εδώ, η απόσταση ανάμεσά τους είχε το μήκος μιας εισαγωγής.
Με συγκινεί βαθιά αυτή η συνύπαρξη. Κάποιος ακούει ένα τραγούδι και θυμάται ποιος ήταν όταν κυκλοφόρησε. Ο διπλανός του το αγαπά χωρίς να έχει ζήσει εκείνη την εποχή. Ο ένας έχει πίσω από τη μελωδία ένα πρόσωπο, έναν χωρισμό, ένα συγκεκριμένο καλοκαίρι. Ο άλλος της παραχωρεί τώρα τις δικές του αναμνήσεις. Κι η φωνή επάνω στη σκηνή περνά από τον έναν στον άλλο, σαν αναμμένο σπίρτο που προλαβαίνει να δώσει τη φλόγα του.
«Που να ’σαι τώρα».
Ίσως αυτή να είναι η πιο κρυφή ερώτηση κάθε συναυλίας που μας επιστρέφει στα παλιά. Την απευθύνουμε σε όσους χάθηκαν, σε όσους αφήσαμε, σε εκείνον τον εαυτό μας που νόμιζε πως θα αντέξει τα πάντα. Τον αναζητούμε για λίγο ανάμεσα στα πρόσωπα. Θα μας αναγνώριζε άραγε; Θα καταλάβαινε πώς φτάσαμε ως εδώ; Και πόσο θα γελούσε αν μάθαινε ότι, έπειτα από τόσα μαθήματα, εξακολουθούμε να συγκινούμαστε στα ίδια σημεία;Το «Σε θέλω» έρχεται σχεδόν σαν απάντηση. Δύο λέξεις με όλη την απερισκεψία της ειλικρίνειας.
Μεγαλώνοντας, μάθαμε να τις τυλίγουμε σε επιφυλάξεις, να τις καθυστερούμε, να περιμένουμε πρώτα διαβεβαιώσεις. Στα τραγούδια μπορούμε ακόμη να τις αφήνουμε γυμνές. Να παραδεχόμαστε την επιθυμία μας χωρίς να συντάσσουμε ταυτόχρονα την υπεράσπισή της. Η Θεοδοσία έχει τον τρόπο να σε οδηγεί σε αυτή την παραδοχή. Η φωνή της κρατά κάτι από το θάρρος που είχες πριν αρχίσεις να υπολογίζεις τόσο προσεκτικά την απώλεια.Κι ύστερα, «Φοβάμαι». Να και η άλλη πλευρά. Αυτή που ακολουθεί κάθε πλησίασμα. Στη μουσική της χωρούν και οι δύο, όπως χωρούν μέσα μας: το χέρι που απλώνεται και η μικρή του διστακτικότητα. Ίσως γι’ αυτό το κοινό της παραμένει τόσο πιστό. Επειδή βρίσκει εκεί αναγνώριση. Μπορείς να έρθεις όπως είσαι, με τα χρόνια σου, με τα λάθη σου, με όσα δεν κατάφερες να ξεπεράσεις εγκαίρως. Υπάρχει μια θέση και για σένα μέσα σε αυτά τα τραγούδια.
Αυτό το κοινό κράτησα περισσότερο από τη βραδιά. Τη συγκινητική επιμονή του να επιστρέφει. Την αγάπη που έχει περάσει από δουλειές, λογαριασμούς, αποχωρισμούς, οικογένειες, αλλαγές ζωής, και βρίσκει ακόμη ένα βράδυ για να σταθεί μπροστά στην ίδια φωνή. Είναι σπουδαίο να έχεις υπάρξει το άκουσμα της νιότης κάποιου. Ακόμη σπουδαιότερο να σε αναζητά όταν η νιότη του έχει πια γίνει ανάμνηση. Στο τέλος έμεινε μέσα μου το «Στη θάλασσα». Σαν τόπος όπου θα μπορούσαμε να αφήσουμε για λίγο όσα μας βάραιναν. Να ξαναβρούμε εκείνη την παλιά μας ικανότητα να αισθανόμαστε χωρίς οικονομία. Βγήκα από το Κύτταρο με τη γλυκιά αναστάτωση που αφήνει ένα αντάμωμα.
Είχα δει τη Θεοδοσία. Είχα συναντήσει και κάτι δικό μου, ξεχασμένο αλλά ζωντανό. Το πήρα μαζί, προσεκτικά, μέσα στη νύχτα — όπως παίρνεις ένα παλιό γράμμα που, έπειτα από χρόνια, εξακολουθεί να σε αποκαλεί με το πιο τρυφερό σου όνομα.
