Η Μαρία Καρυστιανού κατήγγειλε ότι δεν της επέτρεψαν να συμμετάσχει στην επίσημη κατάθεση στεφάνων για την 28η Οκτωβρίου και αποφάσισε να το πάρει πάνω της. Πήγε στο Πάρκο Αθλητικής Φιλίας στη Θεσσαλονίκη, κατέθεσε το στεφάνι της και έκανε και τις δηλώσεις της. Μια ολοκληρωμένη ατομική επέτειος. Μόνη της.
«Δεν μας άφησαν να καταθέσουμε στεφάνι για το ένδοξο ΟΧΙ που είπε ο ελληνικός λαός», δήλωσε η ίδια.
Στην τοποθέτησή της χώρεσαν η αντίθεση στην αθλητική βία, στην παρανομία και στην ασυδοσία, μαζί με τη στήριξη στη δημοκρατία, στη ζωή και στο ελπιδοφόρο μέλλον. Ωραία όλα αυτά, υπογράφουμε. Δύσκολα θα κατέβει και κάποιος απέναντι με σύνθημα «λίγη περισσότερη ασυδοσία, λίγο λιγότερη ζωή». Το ζήτημα είναι ότι αυτές οι διακηρύξεις ταιριάζουν εξίσου σε κόμμα, σε σχολική έκθεση και στον χαιρετισμό του προέδρου ενός πολιτιστικού συλλόγου πριν αρχίσουν τα χορευτικά. Για να ξεχωρίσει η πολιτική πρόταση, χρειάζεται να ακούσουμε και κάτι που δε θα το χειροκροτούσαν αυτομάτως όλοι.
Εκεί αρχίζει το σοβαρότερο θέμα με τη δημόσια παρουσία της Καρυστιανού. Η καταγγελία, η αγανάκτηση και η βεβαιότητα ότι έχεις δίκιο μπορούν να τραβήξουν την προσοχή. Η πολιτική συγκρότηση φαίνεται στη συνέχεια: στους ανθρώπους που επιλέγεις, στις θέσεις που επεξεργάζεσαι, στις διαφωνίες που αντέχεις και στον τρόπο που λειτουργεί ο φορέας σου. Στη συγκεκριμένη παρέμβαση, πάντως, η απόρριψη ενός αιτήματος πήρε διαστάσεις γενικής αναμέτρησης με το σύστημα.
Και η εικόνα της μοναχικής κατάθεσης αποκτά άλλο ενδιαφέρον όταν τη βάλεις δίπλα στις αποχωρήσεις από το κόμμα της. Τον Αύγουστο είχαν γίνει γνωστές οι αποχωρήσεις της Κατερίνας Μουτσάτσου, της Μαρίας Ιωαννίδου και του Τάκη Κοτσόργιου. Πρόσφατα αποχώρησε και το ιδρυτικό μέλος Ζήσης Μούκας, αφήνοντας αιχμές για τον τρόπο λειτουργίας του κινήματος και τη συμπεριφορά της ηγεσίας. Ο ίδιος μίλησε, μεταξύ άλλων, για αναπάντητα τηλεφωνήματα και μηνύματα, καθώς και για απόσταση ανάμεσα στις διακηρυγμένες αρχές και την εσωτερική πρακτική.
Οπότε το ενδιαφέρον πλέον δεν εξαντλείται στο ποιος την άφησε έξω από μια τελετή για διαδικαστικούς λόγους, όχι επειδή είχε προσωπικές διαφωνίες μαζί της. Υπάρχει και το ερώτημα μιας λίγο πιο ευρείας εικόνας, κι αφορά το γιατί άνθρωποι που μπήκαν στο εγχείρημα επιλέγουν να βγουν. Όταν υπόσχεσαι συμμετοχή και σεβασμό, οι σχέσεις με τους ίδιους σου τους συνεργάτες είναι η πρώτη δοκιμασία. Η δημοκρατία έχει και αυτή την ενοχλητική λεπτομέρεια: χρειάζεται να λειτουργεί παντός καιρού.
Η συμπαράσταση που έχει κερδίσει ένας άνθρωπος για έναν δίκαιο και σκληρό αγώνα δε μεταφέρεται αυτόματα σε κάθε επόμενη πολιτική επιλογή του. Ο κόσμος μπορεί να σε έχει στηρίξει, να εξακολουθεί να θέλει δικαίωση, να σε συμπονά και ταυτόχρονα να μη σε θεωρεί κατάλληλη για την πολιτική εκπροσώπησή του. Ή μπορεί και να σε θεωρεί. Αυτό σημαίνει ότι τώρα καλείσαι να πείσεις σε διαφορετικό πεδίο, με διαφορετικές απαιτήσεις. Και εκεί η διαρκής αίσθηση προσωπικής αδικίας αρχίζει να κουράζει.