Μια συγγνώμη στον εργοδότη μας την οφείλουμε, τελικά. Για εκείνο το απόγευμα που είχαμε ζωή μετά τη δουλειά. Για το θράσος να αρρωστήσουμε χωρίς να συμβουλευτούμε πρώτα το πρόγραμμα. Για την αμήχανη στιγμή που ρωτήσαμε για τα χρήματα και χαλάσαμε το οικογενειακό κλίμα της επιχείρησης. Αφορμή για αυτόν τον σατιρικό απολογισμό έδωσε η Ελεονώρα Μελέτη, ρωτώντας στο Ευρωκοινοβούλιο: «Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;». Όχι, δεν ξέρουμε. Μισό να τελειώσουμε τη βάρδια, να προλάβουμε το λεωφορείο και να δούμε τι έμεινε στον λογαριασμό μας, και ερχόμαστε να ακούσουμε.

Η ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας έκανε τη συγκεκριμένη τοποθέτηση στην Ολομέλεια τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο της συζήτησης για την ψυχική υγεία στην εργασία. Αναφέρθηκε επίσης στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις δυσκολίες διαχείρισης του προσωπικού τους. Για να κρατήσουμε ολόκληρη την εικόνα, όπως προκύπτει από το σχετικό ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος, προηγουμένως είχε μιλήσει για την παρενόχληση, τον εκφοβισμό και την απαξίωση που υφίστανται εργαζόμενοι. Η κριτική αφορά το βάρος της συγκεκριμένης διατύπωσης μέσα σε αυτή τη συζήτηση.

Γιατί το «εκβιάζονται» είναι βαριά λέξη. Θέλει περιστατικά, στοιχεία, συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ερώτηση μένει χωρίς αριθμό και χωρίς παράδειγμα. Μας ζητείται να φανταστούμε πόσοι είναι, με μια δραματικότητα που περισσεύει και μια εξήγηση που λείπει. Πόσοι, λοιπόν; Και τι ακριβώς συνέβη; Γιατί άλλο η καταγγελία μιας πραγματικής εκβιαστικής συμπεριφοράς κι άλλο να αιωρείται πάνω από το προσωπικό η υποψία ότι αποτελεί συλλογικά την ταλαιπωρία της επιχείρησης. Το μικρόφωνο της Ολομέλειας σηκώνει και μια τεκμηρίωση ανάμεσα στις ρητορικές ερωτήσεις.

 


Ας φανταστούμε ένα γραφείο όπου κάθε όριο του προσωπικού αντιμετωπίζεται σαν οικογενειακό δράμα. Ο υπάλληλος σηκώνεται στην ώρα του και ο προϊστάμενος κοιτάζει την πόρτα σαν να τον εγκαταλείπουν πριν από τον γάμο. Η συνάδελφος ζητά άδεια και η απάντηση έχει την πίκρα ανθρώπου που μεγάλωσε αχάριστα παιδιά. Κάποιος δεν απαντά στο βραδινό μήνυμα και την επομένη χρειάζεται να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται για την ομάδα. Αυτά δεν είναι παραδείγματα που έδωσε η Μελέτη. Είναι η καρικατούρα μιας εργασιακής νοοτροπίας που κάνει τη λέξη «αντιεπαγγελματίας» τόσο βολική: τη στιγμή που θυμάσαι ότι έχεις ζωή, κάποιος ανακαλύπτει ότι σου λείπει αφοσίωση.

Το καλύτερο σκηνικό για μια τέτοια κωμωδία είναι βέβαια η επιχείρηση που αυτοσυστήνεται ως οικογένεια. Εκεί το ωράριο αποκτά συναισθήματα, η υπερωρία γίνεται χάρη και το να μη σηκώσεις το τηλέφωνο βράδυ Κυριακής μοιάζει με εγκατάλειψη συγγενή. Αν πεις ότι κουράστηκες, κάποιος θα σου θυμίσει πόσο κουράζεται και το αφεντικό. Έτσι, πριν προλάβεις να συζητήσεις τι σε εξαντλεί, βρίσκεσαι να παρηγορείς εκείνον που μπορεί να αλλάξει το πρόγραμμά σου. Εξαιρετική οργάνωση: ο εργαζόμενος προσφέρει εργασία και, στο διάλειμμα, δωρεάν συναισθηματική υποστήριξη στη διοίκηση.

Φυσικά υπάρχουν εργοδότες που ζορίζονται, μικρές επιχειρήσεις που παλεύουν να σταθούν και εργαζόμενοι που συμπεριφέρονται απαράδεκτα. Η ιδιότητα κανενός δεν αποτελεί πιστοποιητικό αγιοσύνης. Το θέμα είναι ποιος αποφασίζει τους όρους της σχέσης και ποιος εξαρτά την επόμενη πληρωμή του από αυτούς. Ο άνθρωπος που αξιολογεί και εκείνος που περιμένει την αξιολόγηση δεν έχουν την ίδια δυνατότητα να επιβάλουν τη θέλησή τους. Η πραγματική πίεση ενός εργοδότη αξίζει συγκεκριμένη συζήτηση. Η μετατροπή της σε πρόχειρο αντίβαρο στην πίεση του προσωπικού κάνει την κουβέντα βολικά θολή.

Κι εδώ βρίσκεται η πολιτική αστοχία που αξίζει περισσότερο από ένα ειρωνικό σχόλιο. Σε μια συζήτηση για την ψυχική υγεία στην εργασία, η αναφορά στους αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους στρέφει την προσοχή προς τη συμπεριφορά των υφισταμένων. Μπορείς ήδη να φανταστείς πόσο άνετα χωρά αυτή η φράση σε μια κουβέντα όπου κάποιος προσπαθεί να πει ότι δεν αντέχει άλλο. Αντί να συζητηθεί πώς οργανώνεται η δουλειά, ανοίγει ο διαγωνισμός για το ποιος υποφέρει περισσότερο. Και ο άνθρωπος που μπήκε στο γραφείο για να ζητήσει μια αλλαγή βγαίνει έχοντας εξηγήσει γιατί δεν είναι αχάριστος.

Στην αγγελία αυτής της φανταστικής επιχείρησης, πάντως, ας γράψουμε επιτέλους τι ζητάμε. Άνθρωπο συνεπή, χαμογελαστό, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις από την προσωπική του ζωή. Να έχει πρωτοβουλία, αρκεί να μη ρωτήσει για αύξηση. Να επικοινωνεί ανοιχτά, αρκεί να μη διαφωνεί. Να διαχειρίζεται την πίεση, κατά προτίμηση αθόρυβα, ώστε να μην πιέζεται και η διοίκηση που τον βλέπει πιεσμένο. Επιθυμητό προσόν να θεωρεί την Παρασκευή απλώς μια Πέμπτη με λιγότερες αντιστάσεις. Και στην ερώτηση «πού βλέπετε τον εαυτό σας σε πέντε χρόνια;» να απαντά «εδώ, μην ανησυχείτε, δεν θα σας αφήσω μόνους».

Το ερώτημα προς την κυρία Μελέτη παραμένει συγκεκριμένο: ποια περιστατικά περιγράφει και πώς προτείνει να αντιμετωπιστούν; Μια δημόσια αναφορά σε εκβιασμούς χρειάζεται κάτι περισσότερο από την πρόσκληση να αναφωνήσουμε «πού φτάσαμε». Αλλιώς, μένει μια εντυπωσιακή κατηγορία διαθέσιμη για κάθε χρήση. Και σε μια συζήτηση για την ψυχική υγεία στην εργασία, οι λέξεις έχουν βάρος. Ειδικά για εκείνον που γράφει ένα μήνυμα στον προϊστάμενο, σβήνει τη μισή πρόταση, προσθέτει δύο «συγγνώμη» και τελικά αποφασίζει ότι καλύτερα να μη ζητήσει τίποτα. Θα είχε ενδιαφέρον να ακούσουμε και αυτόν. Χωρίς να πρέπει πρώτα να μας πείσει ότι είναι καλός υπάλληλος.

Μέχρι να δοθούν συγκεκριμένα παραδείγματα, ας αναβάλουμε τον έρανο για τα πληγωμένα αισθήματα της διοίκησης. Υπάρχει χώρος να μιλήσουμε σοβαρά για τις δυσκολίες μιας επιχείρησης και για τις ευθύνες όλων μέσα σε αυτήν. Αρκεί ο εργαζόμενος να μη χρειάζεται να προσκομίσει αποδείξεις ευγνωμοσύνης κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του. Κι αν κάποιος σηκωθεί στην ώρα του, ας μην το πάρουμε προσωπικά. Μπορεί να έχει παιδί να παραλάβει, άνθρωπο να συναντήσει ή απλώς καμία διάθεση να εξηγήσει τι κάνει όταν σχολάει. Τελείωσε η βάρδιά του, κυρία Μελέτη. Για τη ζωή που ακολουθεί δεν χρειάζεται συστατική επιστολή.

Συντάκτης: Virtual Unreality