Κάποιες μέρες στο χωριό, γενικά στα χωριά, επικρατεί μια ηρεμία, μια σιωπή. Όχι, δεν θα την έλεγα γαλήνη. Είναι κάτι που σε κάποιους μοιάζει τρομακτικό, σαν να κρύβει κάτι. Σε κάποιους άλλους, όμως, μοιάζει σαν να είναι το απόλυτο σκηνικό γαλήνης, ησυχίας και μιας στιγμής απόλυτης απομόνωσης.
Δεν έχει σημασία αν το χωριό είναι μικρό, με πενήντα κατοίκους, ή μεγαλύτερο, με δύο χιλιάδες ή και περισσότερους. Μπορεί να συμβεί αυτό και στις πόλεις, θεωρώ. Δεν έχει να κάνει ούτε με το αν είναι πρωί ή βράδυ. Στην αρχή πίστευα πως συμβαίνει μόνο τα βράδια, όταν νυχτώνει νωρίς, ο ήλιος πέφτει, δεν κυκλοφορεί άνθρωπος και το κρύο του χειμώνα κάνει την παρουσία των ανθρώπων ακόμη πιο σπάνια. Αλλά και κάποια πρωινά είναι έτσι. Δεν υπάρχει άνθρωπος έξω. Δεν είναι μόνο ότι δεν κινείται κανείς. Είναι σαν να έχει παγώσει ο χρόνος. Δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, δεν υπάρχουν θόρυβοι, ακόμη και ο αέρας μοιάζει αθόρυβος. Ίσως γι’ αυτό να μου δημιουργείται αυτή η περίεργη αίσθηση και να σκέφτομαι: «Θα γίνει κάτι; Θα έρθει κάτι; Κάτι περίεργο, δεν ξέρω».
Εκεί που σκέφτομαι όλα αυτά, ξαφνικά έρχεται στο μυαλό μου η άλλη σκέψη, η τελείως αντίθετη. Κοίτα τι ωραία ησυχία έχει! Τι γαλήνη! Όλοι είναι στις δουλειές τους, στα σπίτια τους. Όλα μοιάζουν να είναι στη θέση τους, σαν ο καθένας να ξέρει τι έχει να κάνει και όλα να κυλούν με τον δικό τους ρυθμό. Σαν να είναι όλα τόσο ρυθμισμένα και τακτοποιημένα.
Συνήθως όλο αυτό συμβαίνει το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Το καλοκαίρι, ίσως και την άνοιξη, όλα είναι λίγο πιο χαλαρά, πιο ανέμελα. Ο καθένας βγαίνει ό,τι ώρα θέλει. Τον χειμώνα, όμως, ξέρεις ότι υπάρχει πρόγραμμα. Τα παιδιά θα πάνε στο σχολείο, οι υπόλοιποι στις δουλειές τους. Υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες, μια καθημερινή ρουτίνα. Κάποιες μέρες, όμως, είναι σαν να μην πηγαίνουν ούτε εκεί. Και τότε αναρωτιέμαι: «Πού πήγαν όλοι; Μα πώς πήγαν στη δουλειά, αφού δεν κυκλοφόρησε κανείς;». Λες και όλα έγιναν κρυφά, χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Βέβαια, αυτές οι σκέψεις έρχονται στο μυαλό μου όταν εργάζομαι κι εγώ και βρίσκομαι έξω, παρατηρώντας όσα συμβαίνουν γύρω μου. Όταν, όμως, είμαι στο σπίτι και δεν έχω κάπου να πάω, φτιάχνω τον καφέ μου, κάθομαι και, αν κοιτάξω από το παράθυρο και δω ότι δεν κινείται άνθρωπος, ότι φυσάει λίγο και κάνει κρύο, σκέφτομαι: «Τι ωραία! Τι γαλήνη!».
Όλοι είναι ήρεμοι, υπάρχει ησυχία. Είναι στα σπίτια τους, χουχουλιάζουν, πίνουν τον καφέ τους, έχουν τις παρέες τους. Και κάπως έτσι έρχονται και μπερδεύονται όλες μου οι σκέψεις. Εκεί που λέω «τι τρομακτική ησυχία», την ίδια στιγμή λέω «τι υπέροχη ησυχία».
Και τελικά δεν ξέρω. Εσείς συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Εσείς πώς βιώνετε αυτή τη σιωπή;
Άρα, το προσωπικό μου συμπέρασμα είναι πως η ησυχία και η σιωπή υπάρχουν πολλές στιγμές. Άλλες φορές είναι τρομακτικές και άλλες φορές είναι μια υπέροχη γαλήνη. Και αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που το βλέπεις εσύ. Ή, στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρόπο που το βλέπω και το βιώνω εγώ.
Και τελικά μήπως δεν μιλάω για το χωριό;
