Μια από τις πιο δημοφιλείς λέξεις των τελευταίων χρόνων είναι η «συνεπιμέλεια». Από το 2021 αυτό που έχει νομοθετηθεί και πλέον ισχύει είναι ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Η γονική μέριμνα είναι ένας ευρύς όρος που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την επιμέλεια του παιδιού, που είναι η ενασχόληση με καθημερινά ζητήματα της ζωής του παιδιού, όπως η τροφή του, η ένδυση του, η τακτική ιατρική του φροντίδα, το σχολείο του. Αυτή η επιμέλεια πλέον ανατίθεται αυτόματα μετά το διαζύγιο και στους δύο γονείς εξίσου, εκτός εάν σοβαροί λόγοι που αφορούν το πρόσωπο του ενός γονέα δικαιολογούν την αφαίρεση της επιμέλειας από αυτόν. Καθότι επιπλέον οι γονείς έχουν συνεπιμέλεια καλούνται να αποφασίσουν το τρόπο με τον οποίο θα μοιράζεται η ζωή του παιδιού μεταξύ των δύο σπιτιών των γονέων.

Σε περίπτωση αδυναμίας συμφωνίας, αποφασίσει το δικαστήριο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι ο ίδιος ο νόμος έρχεται να τονίσει κάτι που κάποιος θα θεωρούσε ότι είναι αυτονόητο, ότι δηλαδή αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου διά της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Δεν υπάρχει γονέας ο οποίος δεν θα υποστήριζε ότι οποιαδήποτε ενέργεια του έχει έναν και μόνο σκοπό, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Το πρόβλημα είναι πόσο εύκολα ένας γονέας μπορεί να βγάλει τα γυαλιά που έχει βάλει μετά από ένα διαζύγιο και να δει αντικειμενικά κατά πόσον το κακός σύντροφος ταυτίζεται με το κακός γονιός.

Οι ψυχολόγοι ξανά και ξανά επιβεβαιώνουν πόσο σημαντικό για ένα παιδί είναι να μεγαλώνει και με τους δύο γονείς του και πόσο αυτό βοηθάει τη ψυχική του ισορροπία και ανάπτυξη. Όλοι ορκιζόμαστε ότι ψάχνουμε ισορροπία πάνω από όλα για τα παιδιά μας. Κι όμως εκεί έξω δικαστήρια αποφασίζουν για το όνομα μιας μικρούλας γιατί οι γονείς της δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν ούτε καν γι αυτό και καλούνται να αποφασίσουν για τον αποκλεισμό κάποιου γονιού από την επιμέλεια του παιδιού του γιατί κατέστη κακός γονιός την στιγμή που απάτησε τον έτερο γονιό. Κι εκεί που εμείς βάζουμε κάτω το ημερολόγιο και μοιράζουμε ένα παιδί στα δύο, κάπου μακριά από εδώ κάποιοι άλλοι γονείς εφαρμόζουν το σύστημα της «φωλιάς» ή bird-nesting. Η ιδέα τόσο απλή και ανθρώπινη για κάποια αυτιά και τόσο παλαβή και ανέφικτη για κάποια άλλα αυτιά ανάλογα με το κεφάλι πάνω στο οποίο υπάρχουν τα αυτιά.

Φανταστείτε ένα παιδί που του ανακοινώνουν οι γονείς του ότι πλέον δεν μπορούν και δε θέλουν να συνεχίσουν να ζουν μαζί. Ποια θα ήταν η αυθόρμητη απάντηση του παιδιού; «Καλώς, κανένα πρόβλημα, επειδή εγώ μπορώ να ζήσω μαζί σας, δε θα φύγω εγώ από το σπίτι αλλά εσείς και κανονίστε πώς θα το κάνετε». Αυτό προφανώς σκέφτηκε και το πρώτο ζευγάρι που επέλεξε αυτή την μέθοδο. Το παιδί παραμένει στη φωλιά, στο σπίτι που ζούσε μέχρι την στιγμή που οι γονείς του αποφάσισαν να χωρίσουν και αυτοί που εναλλάσσονται στο σπίτι είναι οι γονείς. Συνεπιμέλεια και ίσος χρόνος για κάθε γονέα αλλά στο σπίτι που είχαν ως οικογένεια.

Το παιδί δεν αλλάζει δωμάτιο, δεν αλλάζει σχολείο, δεν αλλάζει γειτονιά, δεν αλλάζει περιβάλλον. Η σταθερότητα που τόσο επιθυμούν και επιδιώκουν οι γονείς έχει επιτευχθεί με τον καλύτερο τρόπο. Αυτός που θα φτιάξει βαλίτσα είναι ο γονιός, ο οποίος θα περνάει μια εβδομάδα στο σπίτι στο οποίο έμενε πριν το διαζύγιο μαζί με το παιδί και μια εβδομάδα στο δικό του σπίτι. Άβολο; Μπορεί, καλείται όμως να το διαχειριστεί ένας ενήλικας κι όχι ένα παιδί. Σαφώς και το συγκεκριμένο μοντέλο έχει προβλήματα όπως όλα. Πρώτο και σημαντικότερο, το κόστος συντήρησης τριών σπιτιών τα οποία θα ήταν δύο αν οι γονείς είχαν ακολουθήσει το κλασικό μοντέλο μετακίνησης του παιδιού κι όχι εκείνων. Στις χώρες που το μοντέλο έχει εφαρμοστεί, κυρίως Η.Π.Α. , Αγγλία και Σκανδιναβία οι γονείς καταθέτουν ότι το κόστος συντήρησης δύο σπιτιών πλήρως εξοπλισμένων με όλα τα πράγματα του παιδιού είναι εξίσου κοστοβόρο.

Το τι συμφέρει πραγματικά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το μέγεθος των σπιτιών των γονιών.  Άλλο μειονέκτημα θα μπορούσε να είναι το κατά πόσο ο κάθε γονιός μπορεί να έχει προσωπική ζωή με αυτό το μοντέλο αφού με αυτό το μοντέλο είναι αδύνατη η συγκατοίκηση με έναν νέο σύντροφο. Σε κάθε περίπτωση οι γονείς που επέλεξαν να ζήσουν αυτό το μοντέλο υποστηρίζουν ότι είναι ουσιαστικά μια ενδιάμεση, βραχυπρόθεσμη λύση και όπως όλες οι επιλογές μετά από ένα διαζύγιο απαιτεί καλή συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ των γονιών. Τίποτα δεν θα πάει καλά χωρίς συνεργασία και επικοινωνία όσοι νόμοι κι αν θεσπιστούν κι όσα μοντέλα κι αν επινοηθούν και κανένα παιδί δεν θα μεγαλώσει σωστά χωρίς συνεργασία και επικοινωνία.

Συντάκτης: Άριελ Μ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη