Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Φιοντόρ Ντοστογέφσκι δεν ήταν από αυτούς που χάιδευαν αυτιά. Αντιθέτως, είχε έναν τρόπο να «ξεγυμνώνει» την ανθρώπινη σκέψη και να δείχνει τι συμβαίνει όταν τα πράγματα ξεφεύγουν. Η φράση που του αποδίδεται, αναφέρει πως «η ανεκτικότητα μπορεί να φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε οι έξυπνοι να φοβούνται να σκεφτούν για να μην προσβάλουν τους ανόητους», και ίσως να ακούγεται λίγο υπερβολική, μέχρι να κοιτάξεις γύρω σου.
Ας ξεκαθαρίσουμε πως η ανεκτικότητα είναι κάτι καλό. Πολύ καλό. Χωρίς αυτήν, θα τσακωνόμασταν για τα πάντα: για απόψεις, για συνήθειες, ακόμη και για το αν ο καφές πίνεται σκέτος ή με ζάχαρη (που, μεταξύ μας, εκεί αρχίζουν τα δύσκολα). Μας βοηθά να συνυπάρχουμε, να ακούμε ο ένας τον άλλον και να μην πεταγόμαστε κάθε πέντε λεπτά να πούμε «όχι, κάνεις λάθος». Το θέμα είναι τι γίνεται όταν το πάμε στο άλλο άκρο. Γιατί κάπου εκεί αρχίζει το περίεργο φαινόμενο και όλες οι απόψεις θεωρούνται ίδιες. Δεν έχει σημασία αν κάτι είναι αποτέλεσμα γνώσης, εμπειρίας ή απλώς έμπνευσης της στιγμής. Όλα μπαίνουν στο ίδιο καλάθι κι αν τολμήσεις να πεις «μήπως αυτό δεν στέκει και πολύ;», υπάρχει ο κίνδυνος να χαρακτηριστείς αγενής, απότομος ή και «σνομπ».
Κάπου εδώ θα γελούσε μάλλον ο Ντοστογέφσκι Ίσως ξεκαρδίζονταν κιόλας! Γενικά, αν ζούσε στην εποχή μας, πιθανότατα να «τραβούσε και τα μαλλιά του». Στα έργα του, όπως το Έγκλημα και Τιμωρία οι ήρωες βασανίζονται από σκέψεις, διλήμματα και εσωτερικές συγκρούσεις. Φαντάσου τώρα έναν τέτοιο ήρωα να ζει σήμερα και να του λένε: «Μην το σκέφτεσαι τόσο πολύ, μπορεί να προσβληθεί κανείς». Μάλλον θα τα έχανε!
Το κωμικοτραγικό εδώ είναι ότι στο όνομα της ανεκτικότητας, καταλήγουμε μερικές φορές να μην ανεχόμαστε τη σκέψη. Δηλαδή, αντί να αγκαλιάζουμε τον προβληματισμό τη σκέψη, τον διάλογο, τη διαφορετική άποψη, αντ’ αυτού κοιτάμε πώς θα σκεφτόμαστε λιγότερο και πώς θα γίνει να κοιμάται διαρκώς η συνείδησή μας. Και κάπως έτσι, κάθε κουβέντα κόβεται πριν καν ξεκινήσει.
Δε σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να γίνουμε όλοι πολύπλευροι, εκ βαθέων ή ωμοί και να λέμε την άποψή μας χωρίς φίλτρο. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ειλικρίνεια και στην αγένεια. Το να έχεις άποψη και να τη στηρίζεις δε σημαίνει ότι πρέπει να μειώσεις τον άλλον. Σημαίνει απλώς ότι συμμετέχεις σε έναν διάλογο. Το ζουμί της υπόθεσης είναι η ανάγκη να εμβαθύνουμε και σε κάτι άλλο πέρα από το έτοιμο και το επιφανειακό, που εν τέλει καταλήγει ανόητο, γιατί στην ουσία του είναι απαίδευτο.
Αν απλά κουνάμε το κεφάλι ενώ μέσα μας σκεφτόμαστε το αντίθετο, αν όλοι κοιμίζουμε διαρκώς την περιέργειά μας, στο τέλος δε θα ξέρουμε καν τι συμβαίνει πέρα από τη μύτη μας. Θα έχουμε απλώς μια γενική ησυχία που δε σημαίνει και πολλά. Οπότε, τι κρατάμε τελικά από αυτή την «προειδοποίηση»; Όχι ότι πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε ανεκτικοί, αλλά ότι δε χρειάζεται να φοβόμαστε τη σκέψη. Η ανεκτικότητα δε σημαίνει να πατάμε παύση στο μυαλό μας. Σημαίνει να ακούμε, να συζητάμε και –ναι– να διαφωνούμε χωρίς να γίνεται χαμός. Τώρα αν ο άλλος δεν μπορεί να αποδεχτεί την διαφορετικότητα της σκέψης μας ή των αντιλήψεών μας ακόμα κι αν δεν τις ασπάζεται είναι ξεκάθαρα δικό του πρόβλημα.
Στο τέλος της ημέρας, το να σκέφτεσαι δεν είναι προσβολή. Είναι το ελάχιστο που μπορείς να κάνεις για να καταλάβεις τον κόσμο γύρω σου. Και, αν μη τι άλλο, ο Ντοστογέφσκι μάλλον θα συμφωνούσε ότι το να μη σκέφτεσαι, αυτό είναι το πραγματικά επικίνδυνο!
