Περπατούσα που λες στην Εγνατία, μια Εγνατία μούσκεμα από την υγρασία του Σεπτέμβρη, σε μια πόλη που αρνούνταν πεισματικά να ξυπνήσει και να μπει σε ρυθμούς εργασιακούς.

Γνήσιο νυχτοπούλι εγώ, κατευθυνόμουν βαριεστημένα προς τη στάση που θα με έβαζε στο «πρώτο πρωινό», όπως λέμε τα λεωφορεία που ακολουθούν μετά από μεγάλη κατανάλωση φθηνού κρασιού και μεταμεσονύκτιας καταστροφής.

Περνάω την καμάρα και περιμένω στο άθλιο φανάρι που διαρκεί οχτώ βασανιστικά δευτερόλεπτα. Μούτρα κατεβασμένα, λόγω ζάλης και πρωινής ημικατάθλιψης.

Κι εκεί το είδα. Σε μια ακρούλα ενός γωνιακού μαγαζιού, κάτω χαμηλά, λες και θα ενοχλούσε αν είχε λίγο μεγαλύτερο μέγεθος. Λες και ήταν τόσο μικρό, για να μην το παίρνει ένα οποιοδήποτε μάτι και χαλάσει το νόημά του.

Γραμμένο με μαύρα άτσαλα γράμματα και πιτσιλιές μπογιάς που δεν πρόλαβε να στεγνώσει.

«Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει.»

Μια τόση δα φρασούλα, περιέκλειε μέσα της τον απόλυτο αφορισμό μιας πιθανής απαισιοδοξίας.

Παράτησα το λεωφορείο κι αποφάσισα να περπατήσω. Βάλθηκα να παρατηρώ γωνίες και εγκοπές κτηρίων, να βρω κι άλλα τέτοια μικρά κρυμμένα μυστικά, να μαντέψω την ιστορία πίσω τους.

Για την φράση που πυροδότησε την περιέργειά μου, είχα ήδη αποφασίσει. Ήταν αγάπη.

Από ‘κείνες που ο άλλος κάθεται δίπλα σου σκυφτός, κουρασμένος από το πολύ του κόσμου κι εσύ δεν έχεις τι να πεις, του κάνεις μια αγκαλιά και λες πως όλα θα πάνε καλά, γιατί θα είστε μαζί. Εσύ θα τον αγαπάς και όλα θα γίνουν.

Υπήρχαν κι άλλες όμως. Ημερομηνίες που ποτέ δε θα μάθουμε τι σημαίνουν, στιχάκια σε παγκάκια και σχολεία που χάραξαν φιλίες που δεν ήταν να κρατήσουν, παρά σα χαρακιές από κλειδιά ή μουτζούρες από έναν παλιό μαρκαδόρο.

Πιο πέρα με μεγάλα τεράστια γράμματα, κάλυπτε την ασχήμια ενός τοίχου, ένα πανέμορφο κατακόκκινο «σ’ αγαπώ.» Χωρίς καρικατούρες και έξτρα γελοίες γιρλάντες. Σκέτο, μεγαλειώδες, απλό και απόλυτα σύνθετο.

Λίγο πιο κάτω, φωτογραφίζεται σε τρεις λέξεις η αδικία του κόσμου, τα όνειρα που πέταξαν στα σκουπίδια κάτι λέξεις κενές, που άκουσα κάποτε να τις λένε κράτος και κυβέρνηση.

«Σκατά στους φασίστες.»

«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία.»

Άλλοι τοίχοι πάλι, στάζουν λύπη κι απωθημένα, φιλοξένησαν πάνω τους όλα τα μηνύματα που δεν στάλθηκαν ποτέ γιατί δεν βρήκαμε το θάρρος. Νοσταλγικά τότε γράφτηκαν στίχοι από ποιήματα, λέξεις που αν ήταν αίσθηση, θα ήταν δάκρυα και παράπονο στα χείλη.

«Χαθήκαμε.»

«Μου λείπεις.»

«Ζηλεύω αυτούς που σε βλέπουν κάθε μέρα.»

Όλη η πόλη, ένα ζωντανό, κινούμενο ημερολόγιο. Οι πιο ενδόμυχες σκέψεις, οι πιο αναπάντεχες αποκαλύψεις, όλες στοιβαγμένες σε σειρά λέξεων.

Και τότε τα γράμματα παίρνουν μια ανάσα, ζωντανεύουν και γίνονται λόγια, αιωρούνται πάνω στα στενά βρωμερά σοκάκια της πόλης, χτυπάνε μεταμεσονύκτια παράθυρα, τρυπώνουν σε συνειδήσεις και υποσυνείδητο, για να ενοχλήσουν τη συγκίνησή σου.

Είναι κάτι σαν άγραφη κοινή συμφωνία. Κρύβεσαι πίσω από μια ανωνυμία, μα ταυτόχρονα βιώνεις την απόλυτη έκθεση, σε εκατοντάδες μάτια περαστικών.

Άλλοι θα συμφωνήσουν, άλλοι πάλι θα γελάσουν ή θα τους φανεί υπερβολικό ή καμιά φορά αδιάφορο. Μα εσύ θα τα έχεις πει όλα, χωρίς να έχεις βγάλει άχνα, ελπίζοντας πως ένα ζευγάρι από τα πολλά περαστικά μάτια, θα είναι αυτό το ένα.

Θα διαβάσει το «σ’αγαπώ» στον τοίχο και θα ξέρει πως κάπου εκεί έξω, υπάρχει μια καρδιά για να του ανήκει.

Συντάκτης: Γιοβάννα Κοντονικολάου