Τότε είναι που καταλαβαίνεις πως υπάρχει μια επιθυμία που δεν χρειάζεται χέρια για να γεννηθεί. Μια κ@ύλα λεπτή σαν ανάσα, που φυτρώνει ανάμεσα σε βλέμματα και σιωπές, σε λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά έμειναν να αιωρούνται, σαν άρωμα πάνω στο δέρμα. Δεν σε αγγίζει κανείς, κι όμως νιώθεις πως σε διαπερνά κάτι αόρατο, μια έλξη που σφίγγει αργά το στήθος, που βαθαίνει την αναπνοή, που ξυπνά το σώμα χωρίς να το ακουμπήσει.
Γεννιέται από απόσταση. Από εκείνη τη μικρή στιγμή που τα μάτια συναντιούνται λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπεται. Από το χαμόγελο που μένει μισό. Από τη φωνή που χαμηλώνει ανεπαίσθητα όταν προφέρει το όνομά σου. Από τη σκέψη που επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο πρόσωπο, σαν κύμα που δεν κουράζεται να χτυπά στην ίδια ακτή. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Το σώμα καταλαβαίνει πριν από εσένα.
Και τότε αρχίζει το παιχνίδι της φαντασίας. Μια σκηνή που στήνεται πίσω από τα βλέφαρα, με φως χαμηλό και χρόνο αργό. Αγγίγματα που δεν έγιναν, ανάσες που δεν ενώθηκαν, λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κι όμως, όλα μοιάζουν αληθινά. Το δέρμα θυμάται κάτι που δεν συνέβη ακόμη. Οι αισθήσεις τεντώνονται σαν χορδές έτοιμες να δονηθούν στο παραμικρό άγγιγμα της σκέψης.
Υπάρχει μια ένταση γλυκιά, σχεδόν ιερή. Σαν να κρατάς μέσα σου ένα μυστικό που κανείς άλλος δεν γνωρίζει. Σαν να περπατάς στον δρόμο και να κουβαλάς κάτω από τα ρούχα σου μια φωτιά μικρή, ήσυχη, υπομονετική. Κανείς δεν τη βλέπει. Κανείς δεν την υποψιάζεται. Μα εσύ ξέρεις. Και αυτή η γνώση σε αλλάζει. Σε κάνει πιο ζωντανή, πιο ευάλωτη, πιο αληθινή.
Όταν πλησιάζει η στιγμή της συνάντησης, η κ@ύλα μεταμορφώνεται. Δεν είναι πια σκέψη. Δεν είναι πια φαντασία. Είναι προσμονή που βαραίνει τον αέρα ανάμεσά σας. Είναι βλέμμα που δεν χωρά άλλα λόγια. Είναι ησυχία γεμάτη νόημα. Κάθε κίνηση αποκτά σημασία. Κάθε δευτερόλεπτο τεντώνεται σαν λεπτή κλωστή έτοιμη να σπάσει.
Και όταν τελικά βρίσκεστε κοντά, δεν χρειάζεται τίποτα βιαστικό. Η hδονή δεν έρχεται σαν καταιγίδα· έρχεται σαν παλίρροια. Αργή. Αναπόφευκτη. Σιωπηλή. Ξεκινά από το βλέμμα, περνά στη φωνή, στην ανάσα, στον χώρο ανάμεσα στα σώματα που μικραίνει λίγο λίγο. Δεν χρειάζεται ακόμη άγγιγμα. Η ένταση από μόνη της αρκεί για να κάνει το αίμα να κυλά πιο γρήγορα, για να μαλακώσει τα γόνατα, για να χαμηλώσει τα βλέφαρα.
Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτή η καύλα δεν ήταν ποτέ ανάγκη για πράξη. Ήταν ανάγκη για ένωση. Για παρουσία. Για εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι κάποιος σε βλέπει πραγματικά. Σε επιθυμεί χωρίς λέξεις. Σε αγγίζει χωρίς χέρια. Σε γδύνει χωρίς να αφαιρεί τίποτα.
Μια hδονή βαθιά, σχεδόν μυστική. Όχι θορυβώδης, όχι επιδεικτική. Μα αναπόφευκτη. Σαν μοίρα που είχε γραφτεί πριν καν συναντηθούν τα σώματα. Σαν υπόσχεση που είχε δοθεί από μακριά και τώρα, επιτέλους, εκπληρώνεται.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
