Υπάρχει πολλή ζήτηση και γίνεται συζήτηση σχετικά με τη διαφορά ηλικίας ανάμεσα στα ζευγάρια. Πόσα χρόνια είναι κοινωνικά αποδεκτό να διαφέρεις από την ηλικία του συντρόφου σου; Πόσο ανοιχτά μπορείς να το συζητάς; Είναι ή δεν είναι ταμπού; Και κυρίως, πού σταματά η προτίμηση κι αρχίζει η εργαλειοποίηση ή και ο ηλιακός ρατσισμός;

Για να απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα, αρκεί να σταθούμε στη συμέντευξη του Μάνθου… ε συγγνώμη Ανδρέα Φουστάνου ένα διάστημα πριν, όταν είχε δηλώσει πως:

«Σε συνοµήλικές µου λίγο δύσκολο [να δείξω προτίμηση] (γέλια). Μου αρέσει η γυναίκα να έχει όρεξη, να µην έχει βαρεθεί τη ζωή της»

Θυμάμαι πως καθώς διάβαζα τη δήλωση αυτή, μαζί με άλλες που έχει κάνει ο συγκεκριμένος κύριος για ητν ηλικία των επιθυμητών συντρόφων, σκέφτηκα πως πάντοτε υπάρχουν απόψεις που δε σοκάρουν τόσο επειδή είναι προκλητικές, αλλά επειδή είναι κουραστικά προβλέψιμες. Και η συγκεκριμένη δικαιωματικά ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Όχι γιατί ειπώθηκε κάτι καινούριο, αλλά γιατί, απεναντίας, ειπώθηκε κάτι παλιό, ντυμένο με αυτοπεποίθηση και παρουσιασμένο ως αλήθεια.

Η φράση ακούστηκε σχεδόν αθώα, με χαμόγελο, σαν προσωπική προτίμηση, ρε παιδί μου. Στην πραγματικότητα όμως κουβαλά πάνω της ολόκληρο σύστημα σκέψης: η γυναίκα ισούται με την ηλικία της, η ηλικία της ισούται με την «όρεξη» και η «όρεξη» ισούται με τη χρηστική της αξία. Ένα τρίπτυχο τόσο παλιακό όσο και η ίδια η πατριαρχία.

Γιατί ο Κύριος Φουστάνος, ως άντρας που έχει και δημόσιο λόγο, όταν δηλώνει με περίσσιο θάρρος ότι επιλέγει γυναίκες με βάση την ηλικία τους επειδή έχουν «όρεξη», δε μιλά σαφώς για έρωτα. Ούτε καν για επιθυμία. Μιλάει ξεκάθαρα για κατανάλωση. Σαν να διαλέγει φρούτα στο ράφι ένα πράγμα: τα πιο φρέσκα, τα πιο ζουμερά, αυτά, ξέρετε, που «κρατάνε» και λίγο.

Και να σας πω κάτι; Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας άνθρωπος έλκεται από νεότερους ανθρώπους. Οκ, αυτό συμβαίνει, είναι ανθρώπινο και δε χρειάζεται και απολογία. Το πρόβλημα ξεκινάει όμως όταν η έλξη μετατρέπεται σε γενίκευση και η γενίκευση σε κανόνα ζωής. Όταν, εν έτει 2026, οι γυναίκες άνω μιας ηλικίας παρουσιάζονται εμμέσως ως λιγότερο επιθυμητές, λιγότερο ζωντανές και λιγότερο «ικανές». Λες — και αν έχουμε τον Θεό μας δηλαδή — η όρεξη να έχει ημερομηνία λήξης. Λες και η επιθυμία είναι αποκλειστικό προνόμιο των μέχρι 29 ετών. Λες και η εμπειρία, η αυτογνωσία, η συναισθηματική ωριμότητα και η σεξουαλική αυτοπεποίθηση εξατμίζονται με τα χρόνια.

Όπως καταλαβαίνετε, απόψεις σαν του Ανδρέα Φουστάνου δεν προσβάλλουν μόνο τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Προσβάλλουν και τις νεότερες. Ακριβώς γιατί τις εγκλωβίζουν σε έναν ρόλο: εκείνον της «όρεξης». Δε μιλάμε πλέον για προσωπικότητα, ούτε για σκέψη, ούτε για την επιθυμία τους ως κάτι ενεργητικό και δικό τους— αλλά ως κάτι που υπάρχει για να ικανοποιεί.

Και συγγνώμη, αλλά κάπου εδώ αξίζει να ειπωθεί το αυτονόητο που συχνά πυκνά ξεχνιέται: η όρεξη δεν είναι ηλικιακή. Είναι ψυχική, συναισθηματική και αποτέλεσμα ασφάλειας, σύνδεσης και ελευθερίας. Υπάρχουν 25άρες χωρίς καμία όρεξη και 45άρες γεμάτες ζωή. Υπάρχουν 30άρες εξαντλημένες και 60άρες που ανθίζουν. Αλλά ξέχασα… αυτά δεν χωράνε εύκολα σε soundbites.

Ζούμε λοιπόν σε μια εποχή που, θεωρητικά, μιλάμε για ισότητα, για ενδυνάμωση και για αποδόμηση στερεοτύπων. Και ταυτόχρονα το στερεότυπο της νέας ζουμερής γυναίκας γίνεται viral χωρίς ουσιαστικό αντίλογο, σαν να πρόκειται για harmless ατάκες ενός «άντρα παλιάς σχολής». Λες και η παλιά σχολή είναι κανένα ελαφρυντικό.

Ίσως τελικά το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της άποψης αυτής δεν είναι το ηλικιακό εύρος που προτιμά ο Κύριος Φουστάνος, αλλά το ηλικιακό εύρος της αντίληψής του. Γιατί όταν ακόμα μετράς την αξία ενός ανθρώπου με βάση τη «φρεσκάδα» του, δε μιλάς από θέση εμπειρίας, αλλά από θέση φόβου. Φόβο για τον χρόνο, για τη φθορά, για το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να μην είσαι εσύ ο «προτιμητέος».

Και τότε, αντί να αντιμετωπίσεις τον χρόνο, προσπαθείς να τον ακυρώσεις, να τον υποτιμήσεις. Διαλέγοντας πάντα πιο νέους ανθρώπους, μήπως και καθρεφτιστεί πάνω τους μια ψευδαίσθηση διαχρονικότητας. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι γιατί του αρέσουν οι μικρότερες. Το ερώτημα είναι γιατί ακόμα μιλάμε και γράφουμε για τις γυναίκες σαν να είναι τοποθέτηση προϊόντος σε ράφι.

Και αυτό, όσο — και καλά — «άνετα» κι αν ειπωθεί, συγγνώμη, αλλά δεν είναι προτίμηση. Είναι νοοτροπία ξεπερασμένη και βαθιά μισογυνιστική.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου