Κάποτε πιστεύαμε ότι πρωταγωνιστής είναι αυτός που κάνει κάτι σπουδαίο. Στη σημερινή εποχή τα πράγματα έχουν λίγο ως πολύ αλλάξει. Κάθε γενιά δίνει έναν δικό της ορισμό και μια διαφορετική προσέγγιση στο ποιος αξίζει να θεωρείται «πρωταγωνιστής» της εποχής του. Για παράδειγμα, για τους Baby Boomers, πρωταγωνιστής ήταν εκείνος που δούλευε σκληρά, άντεχε, δε μιλούσε πολύ και έχτιζε τη ζωή του με πειθαρχία και υπομονή. Η σιωπή θεωρούνταν αρετή και η αντοχή απόδειξη αξίας.
Η Generation X μεγάλωσε με λιγότερες βεβαιότητες και περισσότερη ειρωνεία. Γι’ αυτήν, πρωταγωνιστής ήταν όποιος κατάφερνε να σταθεί στα πόδια του μόνος του, χωρίς να περιμένει πολλά από κανέναν και χωρίς να ζητά ιδιαίτερη αναγνώριση. Οι Millennials έπειτα έφεραν την πρώτη μεγάλη στροφή: ο πρωταγωνιστής πλέον είναι αυτός που εκφράζεται, μιλά για τα συναισθήματά του, επεξεργάζεται τα τραύματά του και διεκδικεί χώρο για την προσωπική του ιστορία. Με την Generation Z, ο ρόλος γίνεται ακόμα πιο ατομικός και ορατός: πρωταγωνιστής είναι όποιος έχει φωνή, εικόνα, άποψη και κοινό – όποιος καταφέρνει δηλαδή να μετατρέψει την εμπειρία σε αφήγημα.
Σήμερα λοιπόν, στην εποχή των social media και της συνεχούς έκθεσης, η έννοια του πρωταγωνιστή μοιάζει, θα λέγαμε, λιγότερο συλλογική και περισσότερο εγωκεντρική: δεν αρκεί δηλαδή να ζεις τη ζωή σου, χρειάζεται και να αποδεικνύεις διαρκώς ότι αξίζει να τη βλέπουν και οι άλλοι.
Με λίγα λόγια, ζούμε στην εποχή του main character syndrome. Όλοι είμαστε ο ήρωας της ζωής μας, όλοι έχουμε backstory, όλοι έχουμε τραύματα, όλοι έχουμε δικαιολογία και όλοι θεωρούμε ότι οι υπόλοιποι υπάρχουν κάπως υποστηρικτικά. Σαν κομπάρσοι που οφείλουν να καταλαβαίνουν, να περιμένουν και να συγχωρούν. Και το ερώτημα δεν είναι αν έχεις πέσει ποτέ σε κάποιον με main character syndrome, αλλά το: μήπως είσαι εσύ;
Γενικά, το main character syndrome δεν είναι επίσημη ψυχιατρική διάγνωση. Είναι όμως μια πολύ σύγχρονη ψυχολογική στάση ζωής και συγκεκριμένα πρόκειται για την τάση να βλέπεις τον εαυτό σου ως το κέντρο της αφήγησης, με αποτέλεσμα οι ανάγκες, τα συναισθήματα και τα όρια των άλλων να μπαίνουν αυτόματα σε δεύτερη – και μην πούμε τρίτη, τέταρτη, τελευταία – μοίρα. Και όχι απαραίτητα από κακία, αλλά θα το λέγαμε καλύτερα από υπερβολική εστίαση στο «εγώ».
Όλο αυτό, στην πράξη, σκεφτείτε ότι μεταφράζεται κάπως έτσι:
– Η δική σου κούραση πάντα είναι πιο σημαντική.
– Η δική σου ιστορία αξίζει περισσότερο χρόνο να ακουστεί και να συζητηθεί.
– Τα δικά σου συναισθήματα έχουν πάντα προτεραιότητα.
– Και αν ο άλλος πληγώθηκε; «Ναι, αλλά να σου πω τι περνάω κι εγώ…»
Και ξέρετε τι σκέφτομαι πολλές φορές; Πώς στο καλό φτάσαμε ως εδώ;
Η απάντηση είναι απλή και τρομακτικά επίκαιρη: self-focus culture, guys. Και όλο αυτό γιατί μας έμαθαν να βάζουμε τον εαυτό μας πρώτο -και αυτό είναι σωστό–, να φροντίζουμε τα όριά μας –και αυτό είναι απαραίτητο– και τέλος να μην ανεχόμαστε την τοξικότητα –και αυτό είναι υγιές.
Κάπου όμως στη διαδρομή, ρε παιδιά, το «αυτοφροντίδα» μπλέχτηκε με το «δε με νοιάζει κανένας άλλος». Η αυτογνωσία έγινε branding, η ψυχολογία έγινε captions και η ενσυναίσθηση optional. Ε, λοιπόν, ας μη γελιόμαστε. Τα social media ενισχύουν ακόμα περισσότερο το main character syndrome όσο τίποτα άλλο. Κάθε story είναι μια μικρή σκηνή, κάθε post ένας μονόλογος και κάθε reel μια δήλωση ύπαρξης. Αν δε συμβαίνει στη δική μας οθόνη, δύσκολα το θεωρούμε σημαντικό όταν αφορά κάποιον άλλον.
Αν βάλουμε στο κάδρο αυτό και τον τομέα των σχέσεων, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα. Εκεί το σύνδρομο βαράει στην κυριολεξία κόκκινο, κάνοντάς το επικίνδυνο. Γιατί, να σας πω κάτι; Ο έρωτας και η φιλία εκ φύσεως δεν αντέχουν μονολόγους.
Ένας λοιπόν βαθιά εγωκεντρικός άνθρωπος, ενώ θέλει κατανόηση ο ίδιος, δυσκολεύεται να τη δώσει. Ζητάει χώρο, αλλά καταλαμβάνει όλον τον χώρο και, τελικά, μιλάει για ειλικρίνεια μόνο όταν τον βολεύει. Και τότε προκύπτει από την εξίσωση κάτι μαγικό, που ονομάζεται απορία: «Μα γιατί οι σχέσεις μου δεν κρατάνε;» Ίσως γιατί – απαντάμε εμείς – κανείς δεν θέλει να είναι κομπάρσος στη ζωή κάποιου άλλου.
Πίσω λοιπόν από όλο αυτό, αν και θα ακουστεί κάπως παράδοξο, είναι βαθιά ριζωμένες οι λεγόμενες – και μη εξαιρετέες – ανασφάλειες. Ενώ πολλοί θα συνέδεαν αυτό το σύνδρομο με υπερβολική αυτοπεποίθηση, η πραγματικότητα απέχει πολύ. Όταν κάποιος, για παράδειγμα, φοβάται ότι δεν θα ακουστεί, φωνάζει. Όταν φοβάται ότι δεν θα αγαπηθεί, ζητά διακαώς επιβεβαίωση. Έτσι καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει όταν μπαίνει ο φόβος ότι κάποιος δεν θα μετρήσει εκεί που θέλει: αυτομάτως το «εγώ» του τον οδηγεί να γίνει το επίκεντρο. Και αυτό πολλές φορές δεν είναι αλαζονεία, αλλά άμυνα.
Εάν κι εσύ αναρωτιέσαι «μήπως το έχω κι εγώ λίγο;», δοκίμασε αυτό το μικρό τεστ αυτογνωσίας, κάνοντας απλές ερωτήσεις στον εαυτό σου. Όπως: είμαι αυτός που διακόπτει συχνά για να πει τη δική του ιστορία; Δυσκολεύομαι να χαρώ για κάποιον αν δεν με αφορά η κατάστασή του; Νιώθω ότι οι άλλοι «δεν με καταλαβαίνουν αρκετά» ή θεωρώ δεδομένο ότι οι άλλοι οφείλουν να προσαρμοστούν σε μένα;
Αν έχεις απαντήσει «ναι» σε μερικά, χαλάρωσε. Δεν είσαι κακός άνθρωπος, αλλά άνθρωπος της εποχής σου, στανταράκι.
Και εδώ θα σου πω ένα μικρό – ή μεγάλο – μυστικό. Η λύση σε όλο αυτό δεν είναι να σταματήσεις να είσαι ο πρωταγωνιστής στη ζωή σου. Είναι απλώς να θυμηθείς ότι δεν παίζεις μόνος σου. Η πραγματική αυτογνωσία, εξάλλου, δεν είναι να λέμε «εγώ, εγώ, εγώ», αλλά «εγώ… σε σχέση με τον άλλον».
Φίλοι μου, ο κόσμος δεν είναι ταινία, αλλά ένα σύνολο ιστοριών που μπλέκονται όλες μεταξύ τους. Και τελικά, ο πιο γοητευτικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που τραβάει όλα τα βλέμματα, αλλά εκείνος που έχει αναπτύξει την ικανότητα να βλέπει, ακόμα κι όταν δεν είναι στο κέντρο του κάδρου.
