Την τελευταία δεκαετία μπορεί εύκολα κάποιος να παρατηρήσει κάτι που –εδώ που τα λέμε– δύσκολα περνάει πλέον απαρατήρητο: ότι δηλαδή όλο και περισσότεροι άνθρωποι θωρακίζουν τον εαυτό τους απέναντι στην αγάπη και στον έρωτα. Όχι απαραίτητα επειδή δεν τους επιθυμούν, αλλά επειδή τους φοβούνται. Σαν με κάποιο τρόπο να έχει αλλάξει, θα λέγαμε, το συναισθηματικό μας κλίμα. Σαν να μεγαλώσαμε όλοι σε μια σιωπηλή συμφωνία ότι το να «νιώθεις πολύ, πονάει», άρα το μυαλό μας μάς τονίζει ότι «ξέρεις κάτι; Καλό είναι να κρατήσουμε απόσταση».
Αν γυρίσει τώρα κανείς πίσω, στη δεκαετία, για παράδειγμα, του 1980, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Οι σχέσεις τότε δεν ήταν απαραίτητα πιο υγιείς ή πιο συνειδητές, όμως, κακά τα ψέματα, ήταν πιο άμεσες. Οι άνθρωποι ερωτεύονταν, για παράδειγμα, με λιγότερα φίλτρα. Υπήρχε περισσότερη ανοχή στο ρίσκο και σίγουρα περισσότερη αποδοχή της αβεβαιότητας. Ο έρωτας δεν χρειαζόταν να είναι ασφαλής για να θεωρείται έγκυρος και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αυθόρμητος. Συχνά βέβαια υπερβολικός και άλλες φορές καταστροφικός, θα τον παρομοίαζε κάποιος, όμως ντε φάκτο, πέρα για πέρα ζωντανός, θα πρόσθετα εγώ. Δεν υπήρχε ίσως ακόμα η έννοια της συναισθηματικής «αυτοπροστασίας», όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.
Για να μην θυμηθούμε το έπος εκείνο που γυρίστηκε το 2004 και ρίξαμε τόνους κλάμα, και αναφέρομαι βεβαίως, βεβαίως, στο αισθηματικό δράμα Notebook ή αλλιώς το περίφημο «Ημερολόγιο» στην ελληνική του μετάφραση. Μια ταινία που ξεδίπλωσε τον έρωτα ενός νεαρού ζευγαριού στις αρχές της δεκαετίας του 1940, παρακαλώ, και χαρακτηρίστηκε ως η απόλυτη ιστορία αγάπης που τα είχε όλα και τα άντεξε όλα.
Ας γυρίσουμε όμως στα δικά μας και πάμε να δούμε τι είναι άραγε αυτό που, με τα χρόνια, άρχισε να αλλάζει. Η δεκαετία του ’90 και έπειτα έφερε μαζί της την έννοια της ψυχολογικής ανάλυσης στη μαζική κουλτούρα. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν περισσότερο για τραύματα, μοτίβα και τοξικές συμπεριφορές. Κάτι βέβαια που, από μόνο του, είναι βαθιά θεραπευτικό. Όμως παράλληλα γεννήθηκε και μια νέα τάση: η ανάγκη μας να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας πριν καν τα επιτρέψουμε να υπάρχουν και να ξεδιπλωθούν. Αρχίσαμε να τα αξιολογούμε, να τα φιλτράρουμε, να τα κρατάμε σε απόσταση μέχρις ότου είμαστε σίγουροι ότι δεν θα μας «κοστίσουν ακριβά».
Σήμερα λοιπόν, που φτάσαμε στην εποχή των dating apps, των γρήγορων γνωριμιών μέσω των social αλλά και της υπερπληροφόρησης, η θωράκιση μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Έχουμε δει πολλά, έχουμε βιώσει πολλά και έχουμε ακούσει ακόμα περισσότερα. Ιστορίες εγκατάλειψης, απιστίας, συναισθηματικής εκμετάλλευσης, ακόμα και πολύ χειρότερα, εγκλήματα πάθους και εκδίκησης, κυκλοφορούν παντού. Η αγάπη, δηλαδή, αντί να παρουσιάζεται ως εμπειρία σύνδεσης, συχνά περιγράφεται ως πεδίο κινδύνου ή ως ψυχολογική διαταραχή. Και κάπως έτσι, αρχίσαμε εν τέλει να τη δαιμονοποιούμε.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτή η στάση δεν είναι τυχαία. Σκεφτείτε πως όταν ο άνθρωπος βιώνει επαναλαμβανόμενες απογοητεύσεις ή μεγαλώνει σε περιβάλλοντα όπου τα συναισθήματα δεν γίνονται αποδεκτά, μαθαίνει αυτομάτως να επιβιώνει κλείνοντας. Ο εγκέφαλος καταγράφει τον πόνο ως απειλή και προσπαθεί, ως καλός στρατιώτης, να τον προλάβει και να τον εξουδετερώσει. Έτσι λοιπόν γεννιούνται οι άμυνες: η αποστασιοποίηση, η ειρωνεία, η υπερβολική λογική, η ανάγκη ελέγχου. Και όχι, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αδιαφορία, αλλά παρά μόνο για φόβο.
Παράλληλα, η σύγχρονη κοινωνία εξυμνεί την αυτάρκεια. Αυτό το λεγόμενο και πολύ διαφημισμένο «να μην χρειάζεσαι κανέναν» παρουσιάζεται και μεταφράζεται ως ένδειξη δύναμης. Η εξάρτηση, ακόμα και η υγιής συναισθηματική εξάρτηση, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αδυναμία. Έτσι, πολλοί άνθρωποι μαθαίνουν να συγχέουν την ανεξαρτησία με τη συναισθηματική αποσύνδεση. Να πιστεύουν –και το γράφω με λύπη– ότι για να είναι δυνατοί, πρέπει να μη νιώθουν βαθιά. Το θεωρούν μάλιστα και τεράστιο προσόν ή δεξιότητα.
Από την πλευρά όμως της αυτογνωσίας, εδώ ακριβώς βρίσκεται μια μεγάλη παγίδα. Τα συναισθήματά μας σε καμία περίπτωση δεν είναι εχθροί μας, αλλά αντιθέτως θεωρούνται πολύτιμες πληροφορίες. Όταν εμείς λοιπόν τα καταπιέζουμε ή τα δαιμονοποιούμε, αυτά –μαντέψτε– δεν εξαφανίζονται, απλώς αλλάζουν μορφή. Έρχεται εκείνη η στιγμή που εκφράζονται ως ανεξήγητο άγχος, ως κυνισμός, ως μοναξιά ή ως κρίση πανικού. Ο άνθρωπος, ναι μεν μπορεί εξωτερικά να μοιάζει λειτουργικός, αλλά μέσα του είναι σπασμένος και κάτι πάντοτε θα παραμένει ανεκπλήρωτο.
Η διαφορά λοιπόν ανάμεσα στο τότε και στο τώρα δεν είναι ότι οι άνθρωποι αγαπούσαν περισσότερο, αλλά ότι φοβόντουσαν λιγότερο να εκτεθούν. Σήμερα σαφώς γνωρίζουμε περισσότερα, αλλά αυτό μας οδήγησε στο να νιώθουμε λιγότερα. Φανταστείτε: έχουμε λέξεις για κάθε ψυχικό μηχανισμό, αλλά δυσκολευόμαστε να μείνουμε ανοιχτοί σε μια εμπειρία χωρίς «συναισθηματικές» εγγυήσεις. Θέλουμε την αγάπη ασφαλή, προβλέψιμη και χωρίς απώλειες. Κι όμως, η φύση της αγάπης είναι ακριβώς το αντίθετο.
Γι’ αυτό ίσως το ζητούμενο δεν είναι να γυρίσουμε πίσω, ούτε να αγνοήσουμε όσα μάθαμε, αλλά να βρούμε μια νέα ισορροπία πλέον. Να μάθουμε, με λίγα λόγια, να προστατεύουμε τον εαυτό μας, ναι, χωρίς όμως να τον φυλακίζουμε σε στερεότυπα και πεποιθήσεις που δεν μας ανήκουν. Να αναγνωρίζουμε τα τραύματά μας είναι θεμιτό, να μην τα αφήνουμε όμως να καθορίζουν πλέον κάθε μας επιλογή. Να θυμηθούμε, ρε παιδιά, κάτι απλό μα πέρα για πέρα αληθινό: ότι το να νιώθουμε δεν είναι αδυναμία, όπως πολλοί θέλησαν να μας πείσουν, αλλά απεναντίας είναι μια πράξη θάρρους.
Γιατί να σας πω κάτι που το πιστεύω ακράδαντα; Στο τέλος, η αγάπη δεν μας πληγώνει από μόνη της. Μας πληγώνει όταν την προσεγγίζουμε κλειστοί, φοβισμένοι και σε διαρκή άμυνα. Και ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση της εποχής μας δεν είναι να προστατευτούμε περισσότερο, αλλά να τολμήσουμε –έστω και λίγο– να παραμείνουμε ανοιχτοί απέναντί της.
