Καθώς μεγαλώνουμε, πολλοί άνθρωποι αρχίζουμε να συναντάμε ένα περίεργο φαινόμενο που όλο και πιο συχνά μας κυκλώνει. Φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι στα social, σύντροφοι αλλά και συνάδελφοι που αντικειμενικά τους βλέπεις πως έχουν μια καλή ζωή, αδυνατούν να διαχειριστούν και να καλώς ορίσουν τη χαρά στην καθημερινότητά τους. Έχουν δουλειά, σχέσεις, φίλους, υγεία ή ένα πρόγραμμα που λειτουργεί και πάλι νιώθουν πως θέλουν αυτό το «κάτι» ακόμη. Στην κυριολεξία θα έλεγε κάποιος πως τίποτα δραματικό δε φαίνεται να λείπει από την πραγματικότητά τους, κι όμως τους στοιχειώνει αυτή η αίσθηση του «όλα αυτά δεν είναι αρκετά».
Και σκέφτομαι πως όλο αυτό που ανέφερα παραπάνω δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω ως λύπη, όμως ούτε και κατάθλιψη με την κλινική έννοια, αλλά θα το τοποθετούσα καλύτερα και ακριβέστερα ως μια μόνιμη, υπόγεια αίσθηση του ανικανοποίητου. Σκεφτείτε το ως μια μικρή σκιά που ακολουθεί τα πάντα, ακόμη και στις καλές τους στιγμές. Για παράδειγμα, μπορεί να βρίσκονται σε ένα ωραίο τραπέζι με φίλους, να γελούν, να συμμετέχουν, και ξαφνικά να τους περνά από το μυαλό μια σκέψη: «Και τώρα τι;» Σαν να υπάρχει πάντοτε ένα μικρό κενό που δε γεμίζει με τίποτα.
Η ψυχολογία, ξέρετε, έχει πολλές λέξεις για να περιγράψει αυτή την κατάσταση. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η έννοια της ανηδονίας – η δυσκολία δηλαδή που έχει κάποιος να νιώσει πραγματική χαρά ακόμα κι όταν η ζωή προσφέρει λόγους για να τη νιώσει. Όμως πίσω από τους όρους, ρε παιδιά, και τις διαγνώσεις υπάρχει, πιστεύω, κάτι πολύ πιο ανθρώπινο. Υπάρχει ο τρόπος που μάθαμε να σχετιζόμαστε εν τέλει με τη χαρά.
Πάμε να σας εξηγήσω τι εννοώ και να σας βάλω στο μυαλό μου. Για πολλούς ανθρώπους, η χαρά δεν είναι κάτι αυτονόητο. Είναι κάτι που, για παράδειγμα, πρέπει «να κερδηθεί». Κάτι που, στην ουσία, επιτρέπεται μόνο όταν όλα είναι τέλεια και έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις και, εννοείται, ότι έχουν λυθεί και όλα τα προβλήματα. Αυτό καταλαβαίνετε πως είναι μια φούσκα, γιατί φυσικά αυτή η στιγμή σχεδόν ποτέ δεν έρχεται. Και εδώ αποδεικνύεται πως το μυαλό του ανθρώπου έχει μια περίεργη τάση: εστιάζει περισσότερο σε αυτό που λείπει παρά σε αυτό που υπάρχει.
Ο άνθρωπος είναι περίεργο ον. Μπορεί να πετύχει κάτι σημαντικό και μέσα σε λίγα λεπτά, σε λίγες ώρες, σε λίγες μέρες να το θεωρεί δεδομένο. Σκεφτείτε και το άλλο: μπορεί να έχουμε ανθρώπους που μας αγαπούν και να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να μας αγαπούν λίγο περισσότερο. Ή μπορεί να ζούμε μια καλή ζωή αλλά εμείς να περιμένουμε και να ψάχνουμε αυτό το «ακόμη καλύτερο». Ε, και κάπως έτσι, το ανικανοποίητο γίνεται τρόπος σκέψης και, κατ’ επέκταση, στάση ζωής. Γίνεται εκείνο το φίλτρο μέσα από το οποίο περνάει η κάθε μας εμπειρία.
Όμως πολύ συχνά αυτό το φίλτρο έχει τις ρίζες του πολύ νωρίς στη ζωή μας. Πάρτε παράδειγμα τα οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου δυστυχώς, και το γράφω με μεγάλη λύπη, η αξία συνδεόταν συνεχώς με την απόδοση. Όπου το «μπράβο» ερχόταν μόνο μετά από κάποιο «σημαντικό» επίτευγμα. Αν με ρωτάτε, ακόμα ψάχνω τον ορισμό του «σημαντικού επιτεύγματος» προσωπικά. Συχνά πάντως η ηρεμία θεωρούνταν τεμπελιά και η χαρά κάτι που δεν έπρεπε να κρατά και πολύ, για να μην επαναπαυόμαστε.
Ένα παιδί λοιπόν που μεγαλώνει έτσι μαθαίνει άθελά του κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι η επόμενη κορυφή είναι πάντα πιο σημαντική από το σημείο που βρίσκεται και έχει πετύχει στο «τώρα του». Έτσι, ακόμα κι όταν έχει μεγαλώσει, συνεχίζει να τρέχει και να τρέχει και να τρέχει, μέχρι που ούτε το ίδιο ξέρει πού.
Όμως -προσέξτε- υπάρχει μια λεπτομέρεια που ένα παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί. Δεν τρέχει προς κάτι, τρέχει τελικά μακριά από το αίσθημα ότι, ό,τι και να κάνει, ποτέ δεν είναι αρκετό. Και τότε γεννιέται αυτός ο εσωτερικός γόρδιος δεσμός: όσα περισσότερα πετυχαίνει κανείς, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η ανάγκη για το επόμενο. Γιατί στην ουσία το κενό δεν δημιουργήθηκε από την έλλειψη «επιτευγμάτων» αλλά από την έλλειψη σύνδεσης με τον εαυτό.
Εδώ όμως το ερώτημα, συγχωρήστε με, είναι αναγκαίο: λύνεται εν τέλει αυτός ο χρόνιος κόμπος; Η απάντηση σαφώς και δεν είναι απλή, αλλά πιστεύω τουλάχιστον πως είναι ελπιδοφόρα. Ναι, μπορεί να λυθεί, απλώς όχι με τον τρόπο που συνήθως προσπαθούμε. Αυτό που θέλω να πω είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι που νιώθουν αυτό το μόνιμο ανικανοποίητο προσπαθούν, λανθασμένα, να το διορθώσουν εξωτερικά: περισσότερη επιτυχία, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερες αποδείξεις ότι η ζωή τους προχωράει. Όμως το πρόβλημα σαφώς και δε βρίσκεται εκεί.
Ξέρετε πώς αρχίζει η πραγματική αλλαγή; Είναι οξύμωρο, μα είναι αλήθεια: Η πραγματική αλλαγή αρχίζει όταν κάποιος σταματάει για λίγο. Όταν αρχίζει να παρατηρεί τον εαυτό του χωρίς αυστηρότητα, όταν μαθαίνει να αναγνωρίζει πότε το μυαλό του μετατρέπει κάθε στιγμή σε αξιολόγηση. Γιατί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στη χαρά είναι η συνεχής σύγκριση. Σύγκριση με το παρελθόν, σύγκριση με άλλους ανθρώπους, σύγκριση με μια ιδανική εικόνα ζωής που υπάρχει μόνο σε έναν φαντασιακό κόσμο του μυαλού.
Η θεραπεία, με την ψυχολογική έννοια, δεν είναι να γεμίσει κανείς τη ζωή του με περισσότερες στιγμές χαράς αλλά να μάθει να αναγνωρίζει εκείνες που ήδη υπάρχουν. Και αυτό που σας γράφω είναι μια δεξιότητα που καλλιεργείται. Μέσα από μικρές αλλαγές: περισσότερη επίγνωση της στιγμής, λιγότερη αυστηρότητα προς τον εαυτό και σαφώς περισσότερη περιέργεια για το τι πραγματικά δίνει νόημα στη ζωή.
Μερικές φορές σε αυτό βοηθάει σημαντικά και η ψυχοθεραπεία. Όχι γιατί «διορθώνει» τον άνθρωπο, αλλά γιατί του δίνει έναν χώρο να καταλάβει καλύτερα και βαθύτερα τον εσωτερικό του χάρτη. Να δει από πού ξεκίνησε αυτό το αίσθημα ανικανοποίητου και πώς αυτό συντηρείται μέχρι σήμερα. Η ψυχοθεραπεία του δίνει τον χώρο να σταματάει να παλεύει τόσο πολύ με τη ζωή και να αρχίσει επιτέλους να την παρατηρεί.
Κάπου εκεί, να ξέρετε, σχεδόν αθόρυβα, εμφανίζεται μέσα από το χάος η χαρά. Μην την περιμένετε ως μια έκρηξη ευτυχίας, ούτε καν ως μόνιμη κατάσταση ευφορίας. Αλλά εμφανίζεται ως μια ήρεμη αίσθηση ότι η ζωή, με όλες τις ατέλειές της, είναι ήδη αρκετή. Και θα σας πω κάτι που έχω καταλάβει μέσα από το δικό μου ταξίδι ψυχοθεραπείας: Ο γόρδιος δεσμός τελικά δε λύνεται με δύναμη αλλά με κατανόηση. Και ίσως η μεγαλύτερη θεραπεία να μην είναι να κυνηγήσουμε τη χαρά αλλά να μάθουμε να της επιτρέπουμε να μας βρίσκει.
ΥΓ: Αφιερωμένο σε όλους αυτούς που έμαθαν με τον δύσκολο τρόπο να αγαπάνε τον εαυτό τους, ξεριζώνοντας πεποιθήσεις που δεν ήταν δικές τους.
