Έχουν χυθεί τόνοι από μελάνι ανά τον κόσμο στο ταξίδι αποκρυπτογράφησης του τι είναι τελικά αυτό που μας τραβάει σε έναν άνθρωπο. Αρχαίοι φιλόσοφοι, στωικοί φιλόσοφοι, ποιητές, συγγραφείς, ερευνητές, επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, απλοί καθημερινοί άνθρωποι, τραγουδοποιοί, ηθοποιοί και ό,τι άλλο κατεβάζει το μυαλό σας έχουν εμπλακεί σε αυτό το κρεσέντο αναζήτησης.

Σκεφτείτε πόσα βράδια με κρασί στο ένα χέρι και τσιγάρο στο άλλο αναλύουμε ώρες ατελείωτες με τους φίλους μας τι είναι αυτό που, χωρίς να το πολυσκεφτούμε, μας κάνει να θέλουμε να καθίσουμε λίγο πιο κοντά σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, να ακούσουμε τη φωνή του λίγο περισσότερο, γιατί εν τέλει μαζί του νιώθουμε μια ανεξήγητη οικειότητα που όμοιά της δεν έχουμε ξαναζήσει.

Για χρόνια πιστεύαμε πως η έλξη είναι θέμα εμφάνισης, συμμετρίας, μυρωδιάς, χημείας στο σώμα. Όμως όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο βαθιά συνειδητοποιούμε πως τελικά ο πυρήνας δεν είναι αυτός. Ο πιο καθοριστικός παράγοντας έλξης τελικά δεν είναι ούτε αυτό που βλέπουμε αλλά ούτε αυτό που μυρίζουμε. Στην πιο αυθεντική του έκφραση θα μπορούσε κάποιος να το περιγράψει ίσως με μια φράση: είναι αυτό που νιώθουμε ότι «επιτρέπεται» με κάποιον τρόπο να είμαστε δίπλα στον άλλον.

Αν προσπαθήσουμε τώρα αυτό να το δούμε σε νευροεπιστημονικό επίπεδο, θα παρατηρήσουμε πως ο εγκέφαλός μας δεν ερωτεύεται πρώτα πρόσωπα αλλά καταστάσεις – όσο παράδοξο κι αν σας ακούγεται. Ερωτεύεται το αν νιώθει ασφαλής ή βρίσκεται σε επιφυλακή. Αν χαλαρώνει ή σφίγγεται. Αν ενεργοποιείται το σύστημα ανταμοιβής ή το σύστημα απειλής. Ακριβώς γιατί ο ίδιος μας ο εγκέφαλος είναι φτιαγμένος για επιβίωση και όχι για ρομαντισμό.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πριν προλάβουμε να σκεφτούμε «μου αρέσει», το αυτόνομο νευρικό μας σύστημα έχει ήδη απαντήσει σε ένα, θα λέγαμε, πολύ πιο πρωτόγονο ερώτημα: «Εδώ μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να κινδυνεύω;» Αν η απάντηση λοιπόν είναι ναι, τότε εμφανίζεται αυτομάτως αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε έλξη.

Έτσι και ψυχολογικά, ο άνθρωπος που μας έλκει περισσότερο δεν είναι απαραίτητα ο πιο όμορφος ή ο πιο μυρωδάτος όλων, αλλά είναι τελικά εκείνος που λειτουργεί σαν καθρέφτης του εσωτερικού μας κόσμου. Και όχι με την έννοια της ομοιότητας, αλλά με την έννοια της αναγνώρισης. Αν παρατηρήσετε, νιώθουμε μεγαλύτερη έλξη προς τους ανθρώπους που μας «διαβάζουν» χωρίς, στην ουσία, να μας ανακρίνουν, μας αφήνουν χώρο χωρίς να μας εγκαταλείπουν και μας πλησιάζουν χωρίς να μας καταπίνουν. Αυτό είναι που δημιουργεί στον εγκέφαλο μια αίσθηση συναισθηματικής συνοχής, μεταφράζοντάς την ως: «Δεν ήρθες να με αλλάξεις αλλά να με αντέξεις».

Υπάρχει όμως και κάτι το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κρυφά γοητευτικό και αποτελεί ίσως έναν από τους πιο υποτιμημένους παράγοντες έλξης. Αυτό δεν είναι άλλο από την ικανότητα που έχει ο άλλος να ρυθμίζει – ασυνείδητα – το συναισθηματικό μας σύστημα. Όταν, για παράδειγμα, κάποιος είναι σταθερός, συνεπής, ήρεμος, το νευρικό μας σύστημα ως δια μαγείας συγχρονίζεται μαζί του. Δεν είναι τυχαίο, αν το σκεφτείτε, που συχνά λέμε «μαζί του/της ηρεμώ» ή «μαζί του/της νιώθω σπίτι». Αυτό δεν είναι ρομαντικό σχήμα λόγου αλλά νευροβιολογία. Ο εγκέφαλός μας εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκκρίνει οξυτοκίνη, μειώνεται η κορτιζόλη και το σώμα μας κατεβαίνει από την κατάσταση συναγερμού – και επιτρέψτε μου να πω πως αυτό είναι βαθύτερο από οποιαδήποτε εμφάνιση ή μυρωδιά.

Όμως ακόμα ένα στοιχείο που μπορεί να καθορίσει την έλξη αποτελεί και το παρελθόν μας. Αν σκεφτείτε πως ο εγκέφαλός μας μαθαίνει από πολύ νωρίς τι σημαίνει «αγάπη». Γι’ αυτό, αν μεγάλωσε κάποιος σε περιβάλλον αστάθειας, μπορεί να μπερδεύει την ένταση με την οικειότητα, ενώ αν μεγάλωσε με συναισθηματική απουσία, μπορεί να έλκεται από ανθρώπους που συναισθηματικά δεν είναι διαθέσιμοι. Και αυτό που θέλω να πω είναι ότι, δυστυχώς, δεν μας έλκει πάντοτε αυτό που είναι καλό αλλά αυτό που μας είναι γνωστό. Και το γνωστό, όσο κι αν μας πονά πολλές φορές, μοιάζει ασφαλές.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που μπαίνουν σε έναν χώρο και κάτι αυτομάτως και ανεξήγητα αλλάζει. Δεν μιλούν απαραίτητα πολύ, δεν εντυπωσιάζουν, αλλά εκπέμπουν μια αίσθηση εσωτερικής συνοχής. Δεν προσπαθούν να γίνουν κάτι για να αρέσουν, αλλά είναι ήδη εκεί. Το νιώθεις. Αυτό που εκπέμπουν στην ουσία δεν είναι η εμφάνισή τους αλλά η εσωτερική τους ευθυγράμμιση. Ο εγκέφαλος αυτό το αναγνωρίζει ως σήμα σταθερότητας και, πιστέψτε με, αυτό σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο και άγχος είναι ιδιαίτερα ελκυστικό.

Και κάπου εδώ, όμως, πρέπει να πούμε πως υπάρχει και μια μεγάλη παγίδα. Όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε δουλέψει την αυτογνωσία μας, έχουμε περισσότερες πιθανότητες τελικά να μπερδέψουμε την έλξη με την ανάγκη. Μπερδεύουμε, στην ουσία, το «με τραβάει» με το «με ενεργοποιεί». Και συχνά αυτό που ενεργοποιείται δεν είναι η αγάπη και ο έρωτας αλλά οι πιο βαθιές και παλιές μας πληγές. Η πραγματική έλξη, παιδιά, δεν έχει βιασύνη, δεν έχει δράμα και δεν έχει παιχνίδια εξουσίας. Ξέρετε τι έχει μόνο; Παρουσία.

Γι’ αυτό όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τόσο αλλάζει και το τι μας έλκει. Όταν αρχίζουμε εμείς οι ίδιοι να ρυθμίζουμε το νευρικό μας σύστημα, σταματάμε να αναζητούμε ανθρώπους που θα το κάνουν για εμάς με πόνο. Η έλξη τότε παύει να είναι σύμπτωμα και γίνεται επιλογή. Και να σας πω και κάτι μεταξύ μας, ίσως ακριβώς εκεί να κρύβεται το μεγαλύτερο μυστικό: ότι τελικά δεν ελκόμαστε από το σώμα, το πρόσωπο ή τη μυρωδιά του άλλου, αλλά ελκόμαστε από το αν δίπλα του μπορούμε να αναπνέουμε ελεύθερα…

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου