Μεγαλώνοντας αντιλαμβάνεσαι ότι το καλό παιδί δεν είναι μόνο για να το κεράσεις μία πάστα. Είναι ο ορισμός του ιδανικού συντρόφου. Από την άλλη, όμως, μήπως ο ιδανικός σύντροφος με αυτή την έννοια, είναι μόνο για μία πάστα;
Το σύνδρομο του καλού παιδιού αφορά, πέρα από αυτόν που το έχει κι αυτόν που το δέχεται. Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι περισσότεροι ανοίγουν έναν λάκκο και πέφτουν μέσα μόνοι τους, καθώς σύμφωνα με τον περίγυρο «έλα ρε συ, πού θα βρεις καλύτερα», «εσύ είσαι υπερβολικός/ή πάλι» κτλ. κτλ. Κάπως έτσι πέφτεις σε έναν φαύλο κύκλο, συναισθηματικά φορτισμένο, που οδηγεί σε προσωπική στασιμότητα και μηδενική ανάπτυξη. Αυτή η ιδέα έχει συνδεθεί από όλους με την αθωότητα, τη γενναιοδωρία και τη σωστή συμπεριφορά, τουλάχιστον για το γενικό σύνολο. Ο καλός σύντροφος υποτίθεται ότι δε θα σε απογοητεύσει, η ζωή μαζί του θα είναι ιδανική, δε θα μπαίνεις σε δεύτερες σκέψεις, δε θα σου αφήνει περιθώρια να αμφιβάλεις και οι δικές σου ανάγκες θα είναι πάντα προτεραιότητα. Θα σε καταλαβαίνει χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσεις κάτι ή να το ζητήσεις. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική τελειότητα κρύβει και παγίδες, όπως κάθε τι επιφανειακά τέλειο.
Ο κόσμος γύρω μας έχει την τάση να μας ενθαρρύνει να μη βλέπουμε τις προβληματικές του «ιδανικού» συντρόφου. Κι αυτό βασίζεται στον φόβο μήπως χαθεί αυτό το τέλειο που όλοι πιστεύουν ότι υπάρχει. Κάπου εκεί, ανάμεσα στο «πρόσεχε μην τον χάσεις, είναι ιδανικός» και στο «πού θα βρεις καλέ καλύτερα», αντιλαμβάνεσαι ότι όλο αυτό δεν μπορεί να προχωρήσει, όταν το ιδανικό και τέλειο παιδί που έχεις επιλέξει για σύντροφο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Όταν κάποιος εστιάζει αποκλειστικά στο να είναι καλό παιδί και ιδανικός σύντροφος, αφήνοντας τους άλλους να αποφασίζουν πάντα για εκείνον, σταδιακά χάνει την κρίση του, δεν παίρνει πρωτοβουλίες και απομακρύνεται από τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα είναι η μηδενική προσωπική ανάπτυξη και μια περιορισμένη αντίληψη για καταστάσεις και ανθρώπους.
Το να ζεις μόνιμα στον ρόλο του καλού παιδιού σε κάνει συχνά να χάνεις τον προσωπικό σου έλεγχο και να βγαίνεις έξω από την εξίσωση. Επιθυμίες, όνειρα και ανάγκες περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ασυναίσθητα, ο ρόλος γίνεται προτεραιότητα και καταλήγεις να ταυτίζεσαι τόσο πολύ με αυτόν, που ξεχνάς ποιος πραγματικά είσαι πέρα από εκείνο το «καλό παιδί». Και ο περίγυρος ενισχύει αυτή την ταύτιση, τονίζοντας συνεχώς πόσο καλό παιδί είσαι, μέχρι που ξεχνάς ότι μπορείς να είσαι και οτιδήποτε άλλο.
Αλλά τι γίνεται όταν οι ανάγκες του καλού παιδιού μένουν ανικανοποίητες; Κάποια στιγμή, η υπερβολική καλοσύνη και η διαρκής προσαρμογή στις ανάγκες των άλλων οδηγούν σε εσωτερική πίεση, εξάντληση και απογοήτευση. Μπορεί να αναρωτηθείς: «Γιατί να δίνω τόσα πολλά, ενώ δεν παίρνω ποτέ πίσω;» Κι έτσι δημιουργείται ένας ακόμη φαύλος κύκλος απογοήτευσης. Κάθε φορά που προσαρμόζεις τον εαυτό σου για να κάνεις κάποιον άλλον ευτυχισμένο, χάνεις λίγο από την αυθεντικότητά σου — και αυτό συσσωρεύεται.
Καλό παιδί δε σημαίνει “αμελώ τον εαυτό μου”. Δε σημαίνει “ξεχνώ ποιος είμαι και γίνομαι ό,τι θέλουν οι άλλοι”. Καλό παιδί σημαίνει “καταλαβαίνω τι θέλουν οι υπόλοιποι, χωρίς να βάζω στην άκρη αυτά που θέλω εγώ”. Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο δίνω και στο παίρνω — και αυτή είναι που χρειάζεται να βρεις. Το σύνδρομο του καλού παιδιού, λοιπόν, είναι πιο επικίνδυνο απ’ όσο νομίζουμε. Γιατί ενώ μοιάζει με ένα προσωρινό «δάνειο» που κάνουμε στη σχέση, στην πραγματικότητα γίνεται ένα δάνειο από τη ζωή μας, που σπάνια επιστρέφεται.
