Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, αλλά μια νέα έρευνα έρχεται να βάλει τα smartphones στο κέντρο μιας συζήτησης που απασχολεί δημογράφους, οικονομολόγους και κοινωνιολόγους εδώ και χρόνια: γιατί οι γεννήσεις μειώνονται τόσο δραματικά σχεδόν παντού στον κόσμο; Η αφορμή δόθηκε από μια παρατήρηση που μοιάζει απλή. Το 2007 κυκλοφόρησε το πρώτο iPhone. Την ίδια περίπου περίοδο, τα ποσοστά γεννήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να κατρακυλούν με ταχύτερο ρυθμό. Σύμπτωση; Ίσως. Ίσως και όχι.

Η οικονομολόγος Κέιτλιν Μάιερς επιχείρησε να εξετάσει αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στην εξάπλωση των smartphones και στη μείωση των γεννήσεων. Τα αποτελέσματα της έρευνάς της δεν αποδεικνύουν ότι τα κινητά “φταίνε”, όμως ανοίγουν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση: τι συμβαίνει όταν οι οθόνες αρχίζουν να καταλαμβάνουν τον χρόνο που κάποτε αφιερώναμε στους ανθρώπους;

Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν είναι το κινητό που εμποδίζει κάποιον να αποκτήσει παιδί. Δεν υπάρχει κάποιο σατανικό τσιπ μέσα στο smartphone που σκοτώνει τη διάθεση για οικογένεια. Υπάρχει όμως κάτι άλλο. Οι εφαρμογές αντικατέστησαν τις πλατείες. Τα stories αντικατέστησαν τις τυχαίες συναντήσεις. Το scrolling αντικατέστησε την ανία. Και η ανία, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ήταν κάποτε ένας από τους μεγαλύτερους συμμάχους του φλερτ. Πριν από είκοσι χρόνια, όταν βαριόσουν, έπαιρνες τηλέφωνο κάποιον. Έβγαινες έξω. Πήγαινες για καφέ. Σήμερα μπορείς να περάσεις ένα ολόκληρο βράδυ παρέα με εκατοντάδες ανθρώπους μέσα από μια οθόνη χωρίς να αγγίξεις ποτέ κανέναν.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Η μείωση των γεννήσεων δεν φαίνεται να είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Ναι, το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί. Ναι, η στεγαστική κρίση και η εργασιακή ανασφάλεια αποθαρρύνουν πολλούς νέους από το να δημιουργήσουν οικογένεια. Αλλά την ίδια στιγμή παρατηρείται και κάτι βαθύτερο: οι άνθρωποι συνδέονται λιγότερο. Βγαίνουν λιγότερα ραντεβού. Κάνουν λιγότερες σχέσεις. Περνούν περισσότερο χρόνο μόνοι τους. Ακόμη και η σεξουαλική δραστηριότητα των νεότερων γενεών εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Το πρόβλημα λοιπόν ίσως να μην είναι η υπογεννητικότητα.

Ίσως η υπογεννητικότητα να είναι το σύμπτωμα. Το πραγματικό φαινόμενο μπορεί να είναι η κρίση σύνδεσης που βιώνει η σύγχρονη κοινωνία. Μια εποχή όπου είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι ψηφιακά αλλά ολοένα πιο αποσυνδεδεμένοι σωματικά και συναισθηματικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν είχαμε τόσους τρόπους επικοινωνίας και ταυτόχρονα τόσους ανθρώπους που δηλώνουν μόνοι. Ούτε είναι τυχαίο ότι η γενιά που έχει πρόσβαση σε ατελείωτο περιεχόμενο, ατελείωτη ψυχαγωγία και ατελείωτες επιλογές, δυσκολεύεται περισσότερο να επενδύσει σε κάτι που απαιτεί χρόνο, σταθερότητα και δέσμευση. Όπως μια σχέση. Όπως μια οικογένεια. Όπως ένα παιδί.

Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι τα smartphones είναι ο μοναδικός ένοχος. Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών είναι πολύ πιο σύνθετες από μια συσκευή τσέπης. Όμως η έρευνα θέτει ένα ερώτημα που αξίζει να συζητήσουμε: Αν το κινητό μας καταναλώνει τρεις, τέσσερις ή πέντε ώρες από την ημέρα μας, από πού αφαιρείται αυτός ο χρόνος; Και αν αφαιρείται από τις πραγματικές ανθρώπινες επαφές, μήπως τελικά η μεγαλύτερη επίδραση των smartphones δεν είναι ότι μας έκαναν λιγότερο παραγωγικούς ή περισσότερο αγχωμένους; Μήπως είναι ότι μας έκαναν να ξεχάσουμε πώς είναι να βρισκόμαστε πραγματικά ο ένας δίπλα στον άλλο; Γιατί οι γεννήσεις δεν ξεκινούν από τα δημογραφικά στοιχεία. Ξεκινούν από μια γνωριμία, ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, μια σχέση. Και όλα αυτά, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν χωράνε σε καμία οθόνη.

Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη