Σινεμά. Ο ιερός χώρος της έβδομης τέχνης που αν είχε στόμα να μιλήσει, οι υπόλοιπες έξι τέχνες θα κοκκίνιζαν από ντροπή ή θα πρασίνιζαν από ζήλια. Γιατί μπορεί οι τοίχοι να έχουν αυτιά αλλά οι κινηματογραφικές αίθουσες έχουν μάτια και τρισδιάστατη όραση. Οι σκοτεινές αυτές αίθουσες έχουν δει πολλά από τους θεατές που φιλοξενούν και κυρίως από τα ζευγαράκια που ζουν τον έρωτά τους στα κρυφά λες και δεν τους παίρνει χαμπάρι κανείς.

Είναι αυτοί λοιπόν που όταν ακούνε τη λέξη «σινεμά» σκέφτονται κουβάδες με ποπ κορν, μισό λίτρο pepsi και ταινιάρες 3D. Είναι κι εκείνοι όμως –ονόματα δε λέμε, οικογένειες δε θίγουμε– που για κάποιον διαστροφικό λόγο βλέπουν ευκαιρία για μπαλαμούτι στα σκοτεινά. Έχει να κάνει μάλλον με τη φαντασίωση του να το κάνεις σε δημόσιο χώρο και πού πιο ιδιωτικά-δημόσια από τη μεγάλη αίθουσα του αγαπημένου μας κινηματογράφου.

Ξεκινάς που λες ένα ωραίο απόγευμα που ξέμεινες μόνος στην πόλη να πας να δεις μια ταινία να περάσει η ώρα. Είχες μια δύσκολη μέρα, δεν έχεις όρεξη για πολλά-πολλά και θέλεις απλά να χαλαρώσεις. Για κακή σου τύχη, όμως, καταλήγεις θεατής μιας κακογυρισμένης τσόντας –συμπαθάτε με για την έκφραση– την οποία θα μπορούσες να δεις κι από τον αναπαυτικό καναπέ του σπιτιού σου φορώντας τα άνετα πιτζαμάκια σου.

Κι εκεί που η ταινία που περίμενες ένα χρόνο, πέντε μήνες και δεκατρείς ημέρες βρίσκεται στην κορύφωση, είσαι αναγκασμένος να ακούς μια άλλη κορύφωση, αυτή των απελπισμένα κι ασυγκράτητα ξαναμμένων αγνώστων που διαγράφουν το «σεξ στο σινεμά» από τη λίστα των πραγμάτων που θέλουν να κάνουν πριν πεθάνουν. Ωραίες οι φαντασιώσεις, δε λέμε, αλλά οι άτυχοι θεατές τι φταίνε; Παιδιά είναι και ζηλεύουν τέλος πάντων.

Ρίχνεις το φταίξιμο στην καλή ακουστική της αίθουσας εξαιτίας της οποίας εύχεσαι να μπορούσες να κουφαθείς για λίγο για να μην ακούς το μάτσα-μούτσα που γίνεται δύο σειρές πίσω σου. Αρχίζεις να κουνιέσαι και να ξεφυσάς κάθε τρεις και λίγο μήπως καταλάβουν πως δε θέλεις να είσαι ο κομπάρσος μιας ξένης φαντασίωσης. Και στην τελική όταν λέμε πως το σινεμά διεγείρει τις αισθήσεις δεν εννοούμε να διεγερθείς επί τόπου σε μια γεμάτη αίθουσα.

Όχι τίποτα, φοβάσαι και να μιλήσεις μήπως έχεις καταλάβει λάθος. Βήχεις λίγο. Κοιτάς διακριτικά, βλέπεις μόνο σκιές να κουνιούνται κι αναρωτιέσαι πώς τα καταφέρνουν και βολεύονται και φτιάχνονται κιόλας σε αυτές τις άβολες θέσεις που εσύ και ο κουβάς σου με τα ποπ κορν με το ζόρι χωράτε. Εδώ έρχεται και κολλάει το γνωστό «δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο». Χαμογελάς από αμηχανία –ίσως και λίγη ζήλια– και γυρνάς ξανά στην ταινία. Ποια ταινία μωρέ, τώρα δουλευόμαστε. Το ταινιάκι που διαδραματίζεται πίσω είναι πιο ενδιαφέρον.

Σε αυτό το σημείο καταριέσαι όλες σου τις παραξενιές, το δύστροπό σου χαρακτήρα και τις προσδοκίες που έχεις από τα πολλά αισθηματικά μυθιστορήματα που διαβάζεις. Πόσο θα ήθελες να ήσουν εσύ στη θέση τους και να τολμούσες να αρπάξεις από τα μαλλιά τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τους υπερβολικά καλοπληρωμένους χολιγουντιανούς σταρ που παίζουν στη μεγάλη οθόνη την ίδια στιγμή που εσύ θα βρίσκεσαι κυριολεκτικά μέσα στον εσωτερικό κόσμο του έρωτά σου.

Μα καλά δεν ντρέπονται; Παίζει να μην έχουν καταλάβει ότι τους έχει πάρει πρέφα όλη η αίθουσα ή απλά δεν τους νοιάζει; Αν τους πετούσες μερικά ποπ κορν; Όλο το κουτί; Και την pepsi μαζί; Μήπως τότε ξυπνούσαν από τη φαντασίωσή τους; Σκέφτεσαι να σηκωθείς να φύγεις. Μπα, μάλλον είναι καλύτερα να κάνεις σαν να μη συμβαίνει τίποτα και να διαγράψεις αυτήν την εμπειρία από τη μνήμη σου μόλις γυρίσεις σπίτι. Διαφορετικά, θα σκάσεις από το κακό σου για τη χαμένη ταινία αλλά και το ανέραστο βράδυ που σε περιμένει.

Η ταινία τελείωσε. Τελείωσαν κι οι πρωταγωνιστές. Ο ένας από τους δύο σίγουρα. Θέλεις να φωνάξεις «cut» αλλά κρατιέσαι. Ανάβουν τα φώτα κι ενώ εσύ βγάζεις ποπ κορν μέχρι και από το βρακί σου, οι φίλοι μας από πίσω ψάχνουν ακόμα το δικό τους. Συναντιέστε στις κυλιόμενες σκάλες και τους ρίχνεις μερικές ματιές σαν να λες «Ξέρω τι έκανες πριν πέντε λεπτά». Τελικά το σινεμά φτιάχτηκε για τους ελεύθερους. Οι δεσμευμένοι ας βλέπουν τις ταινίες στο σπίτι, για να μπορούν να ανάβουν και τσιγάρο στο τέλος.

 

Συντάκτης: Ελίνα Ανδρεάδου