«Κανείς δε μας κοιτούσε πραγματικά. Όλοι ήταν απλώς στα κινητά τους». Ανάμεσα σε όσα κατέθεσε μια 14χρονη που καταγγέλλει ότι βιάστηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά μέσα σε τρένο στη Βρετανία, αυτή η φράση στέκεται σαν ξεχωριστό βάρος. Ένα παιδί περιγράφει ότι βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά αισθανόταν χωρίς βοήθεια. Επιβάτες υπήρχαν γύρω της. Εκείνη, όμως, σύμφωνα με την κατάθεσή της, φοβόταν να αρνηθεί όσα της ζητούσαν δύο ενήλικοι άνδρες, επειδή πίστευε ότι μπορεί να της έκαναν κακό. Και η απόσταση ανάμεσα στο «υπάρχουν άνθρωποι δίπλα μου» και στο «είμαι ασφαλής» μοιάζει ξαφνικά τεράστια.
Η υπόθεση εκδικάζεται στο Inner London Crown Court, με κατηγορουμένους τον 25χρονο Μπαριαλάι Ραχίμι και τον 29χρονο Μιρεμπαντουραχμάν Σαντάτ. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, οι δύο άνδρες προσέγγισαν τη 14χρονη, η οποία είναι στο φάσμα του αυτισμού, σε σταθμό του Κεντ στις 5 Φεβρουαρίου και την ακολούθησαν σε τρένο προς το Λονδίνο. Ο πρώτος κατηγορείται, μεταξύ άλλων, για τρεις βιασμούς στις τουαλέτες της αμαξοστοιχίας και ο δεύτερος για σεξουαλικές επιθέσεις. Αντιμετωπίζουν συνολικά 20 κατηγορίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και εναλλακτικές κατηγορίες για τις ίδιες καταγγελλόμενες πράξεις. Και οι δύο αρνούνται τις κατηγορίες και η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη.
Πριν προχωρήσουμε, χρειάζεται μια διάκριση που έχει σημασία: η κατάθεση της ανήλικης για τους επιβάτες δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι εκείνοι αντιλήφθηκαν σεξουαλική επίθεση και επέλεξαν συνειδητά να την αγνοήσουν. Δεν γνωρίζουμε τι είδε, τι άκουσε ή τι κατάλαβε ο καθένας. Θα ήταν αυθαίρετο να παρουσιάσουμε ένα ολόκληρο βαγόνι ως εν γνώσει του αδιάφορο. Η υπόθεση, όμως, ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση: πώς αναγνωρίζουμε ότι κάποιος δίπλα μας χρειάζεται βοήθεια και τι μας εμποδίζει να κινητοποιηθούμε;
Η μαρτυρία της 14χρονης περιλαμβάνει και μια δεύτερη φράση που χρειάζεται να ακουστεί καθαρά: «Δεν ήξερα πώς να πω όχι». Περιέγραψε ότι φοβόταν την αντίδραση ανδρών μεγαλύτερων και δυνατότερων από εκείνη και προσπαθούσε να αποφύγει τον κίνδυνο. Κανένα παιδί δεν οφείλει να δώσει μια υποδειγματική παράσταση αντίστασης για να πάρουμε στα σοβαρά όσα καταγγέλλει. Η σιωπή, η παθητικότητα ή η έλλειψη σωματικής αντίστασης δεν αποδεικνύουν συναίνεση. Η ίδια η βρετανική εισαγγελική υπηρεσία επισημαίνει ότι δεν υπάρχει απαίτηση να έχει πει ή να έχει κάνει κάτι συγκεκριμένο το θύμα ώστε να μπορεί να υπάρξει καταδίκη για βιασμό.
Εδώ μπαίνει στη συζήτηση το bystander effect, το «φαινόμενο του παρατηρητή». Η κοινωνική ψυχολογία περιγράφει με αυτό την τάση ενός ατόμου, υπό ορισμένες συνθήκες, να είναι λιγότερο πιθανό να βοηθήσει όταν υπάρχουν και άλλοι παρόντες. Ένας βασικός μηχανισμός είναι η διάχυση της ευθύνης: το «κάποιος πρέπει να κάνει κάτι» μπορεί εύκολα να γίνει «κάποιος άλλος θα κάνει κάτι». Στην κλασική μελέτη των Ντάρλεϊ και Λατανέ, η πεποίθηση ότι και άλλοι άκουγαν ένα επείγον περιστατικό μείωνε την αίσθηση προσωπικής ευθύνης και καθυστερούσε την αναφορά του.
Στην πράξη, μπορεί να παρεμβάλλονται και άλλοι δισταγμοί: «Μήπως έχω καταλάβει λάθος;», «Μήπως κινδυνεύσω;», «Τι μπορώ να κάνω;». Η οργάνωση Rape Crisis England & Wales αναγνωρίζει ότι ακόμη και ένας μάρτυρας μπορεί να παγώσει ή να φοβηθεί πως η παρέμβασή του θα χειροτερέψει την κατάσταση. Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί η βοήθεια δεν έρχεται πάντοτε αυτονόητα. Δεν μας επιτρέπει, όμως, να «διαγνώσουμε» από απόσταση τους επιβάτες του συγκεκριμένου τρένου. Το να μην έχεις προσέξει κάτι και το να το έχεις αντιληφθεί αλλά να περιμένεις από άλλον να ενεργήσει είναι διαφορετικές καταστάσεις.
Χρειάζεται επίσης να αποφύγουμε το εύκολο συμπέρασμα ότι «ο κόσμος πια δε βοηθάει». Η έρευνα δίνει πιο σύνθετη εικόνα. Μετα-ανάλυση του 2011 έδειξε ότι το φαινόμενο εξασθενεί όταν μια κατάσταση αναγνωρίζεται ως ξεκάθαρα επικίνδυνη. Μελέτη 219 πραγματικών δημόσιων συγκρούσεων, από κάμερες σε τρεις χώρες, βρήκε ότι περίπου στις εννέα από τις δέκα περιπτώσεις τουλάχιστον ένας παρατηρητής έκανε κάτι για να βοηθήσει. Οι συγκρούσεις αυτές δεν ταυτίζονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση σεξουαλικής βίας. Δείχνουν, όμως, ότι η αδράνεια δεν αποτελεί αναπόφευκτη ανθρώπινη συμπεριφορά και ότι η παρουσία περισσότερων ανθρώπων μπορεί να προσφέρει στήριξη.
Το χρήσιμο ερώτημα, επομένως, είναι πώς κάνουμε αυτή τη στήριξη πιο πιθανή. Η βρετανική αστυνομία μεταφορών προτείνει συγκεκριμένες κινήσεις: ενημέρωση του προσωπικού ή της αστυνομίας, αναζήτηση βοήθειας από άλλους επιβάτες και, εφόσον είναι ασφαλές, μια ήρεμη διακοπή της κατάστασης. Μια ερώτηση όπως «Είσαι καλά;» ή «Θέλεις να καθίσεις εδώ;» μπορεί να προσφέρει διέξοδο σε κάποιον που πιέζεται. Δεν χρειάζεται σωματική αντιπαράθεση για να βοηθήσεις. Σε άμεσο κίνδυνο απαιτείται άμεση ειδοποίηση των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης. Η προσωπική ασφάλεια παραμένει ουσιαστική προϋπόθεση κάθε παρέμβασης.
Και η ευθύνη δεν εξαντλείται στον διπλανό επιβάτη. Οι φορείς μεταφοράς οφείλουν να προσφέρουν σαφείς, προσβάσιμους τρόπους αναφοράς και προσωπικό που ξέρει πώς να ανταποκριθεί. Ένας δημόσιος χώρος δεν γίνεται ασφαλής απλώς επειδή είναι γεμάτος κόσμο. Χρειάζεται να μπορείς να ζητήσεις βοήθεια και να υπάρχει κάποιος έτοιμος να την οργανώσει. Το κινητό, μάλιστα, μπορεί να γίνει εργαλείο ειδοποίησης· δεν αρκεί να το ανακηρύξουμε ένοχο και να θεωρήσουμε ότι λύσαμε το πρόβλημα.
Η δίκη θα κρίνει τις κατηγορίες με βάση τα στοιχεία. Η συζήτηση για τη δική μας στάση μπορεί να ξεκινήσει ήδη, χωρίς να καταδικάζουμε ανθρώπους για πράγματα που δε γνωρίζουμε. Να προσέχουμε λίγο περισσότερο. Να ξέρουμε ποιον ειδοποιούμε. Να μην περιμένουμε από έναν άνθρωπο που φοβάται —και ιδιαίτερα από ένα παιδί— να διατυπώσει το τέλειο αίτημα βοήθειας. Το «είχε τόσο κόσμο» χρειάζεται να σημαίνει ότι υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες να βρεθεί βοήθεια. Κανένα παιδί δεν πρέπει να το θυμάται ως περιγραφή της μοναξιάς του.