Η κυβέρνηση μπορεί να επαναλαμβάνει όσες φορές θέλει ότι τα μνημεία «δεν πωλούνται» και ότι η κυριότητά τους παραμένει στο Δημόσιο. Μπορεί να ντύνει τη νέα Ανώνυμη Εταιρεία με λέξεις όπως «εκσυγχρονισμός», «εξωστρέφεια», «βιώσιμη ανάπτυξη» και «αποτελεσματική διαχείριση». Ωστόσο, πίσω από αυτή την προσεκτικά δοσμένη επιχειρηματολογία παραμένει ένα βασικό και αμείλικτο ερώτημα: γιατί η διαχείριση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς πρέπει να περάσει μέσα από ένα εταιρικό σχήμα που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια;
Η απάντηση ότι «δε μεταβιβάζεται η κυριότητα» δεν αρκεί. Γιατί ο δημόσιος χαρακτήρας ενός αγαθού δεν κρίνεται μόνο από το όνομα που αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας. Κρίνεται από το ποιος το διαχειρίζεται, ποιος αποφασίζει για τη χρήση του, με ποια κριτήρια καθορίζεται η πρόσβαση σε αυτό και σε ποιον τελικά λογοδοτεί εκείνος που παίρνει τις αποφάσεις.
Με το νομοσχέδιο ιδρύεται ο «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», ο οποίος θα λειτουργεί ως επιχειρησιακός βραχίονας του ΟΔΑΠ. Η νέα εταιρεία αποκτά αρμοδιότητες που αγγίζουν τον πυρήνα της καθημερινής σχέσης του πολίτη με τα μνημεία: ηλεκτρονικό εισιτήριο, πωλητήρια, αναψυκτήρια, ψηφιακά έργα, εμπορική πολιτική, ακίνητη περιουσία, εκδηλώσεις και παραχωρήσεις χρήσης.
Μπορεί, λοιπόν, η Α.Ε. να μην αποκτά τον Παρθενώνα. Αποκτά, όμως, έναν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ο Παρθενώνας και συνολικά η πολιτιστική κληρονομιά προβάλλονται, χρησιμοποιούνται και αποδίδουν έσοδα. Και αυτό δεν είναι μια αθώα τεχνική λεπτομέρεια.
Διαχείριση σημαίνει εξουσία
Η υπουργός Πολιτισμού υποστήριξε ότι «διαχείριση δε σημαίνει κυριότητα». Τυπικά, αυτό είναι σωστό. Πολιτικά, όμως, είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Η διαχείριση σημαίνει εξουσία πάνω στη λειτουργία ενός δημόσιου αγαθού. Σημαίνει επιλογή προτεραιοτήτων. Σημαίνει ότι κάποιος αποφασίζει αν ένας αρχαιολογικός χώρος θα αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως χώρος ιστορικής μνήμης και εκπαίδευσης ή ως «προϊόν» που πρέπει να αποφέρει περισσότερα χρήματα. Σημαίνει ότι κάποιος αποφασίζει πόσο θα κοστίζει η πρόσβαση, ποιες εκδηλώσεις θα φιλοξενούνται, ποια προϊόντα θα πωλούνται και ποια εικόνα της ελληνικής ιστορίας θα προωθείται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η εταιρεία θα λειτουργεί για 50 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης. Προβλέπει ακόμη ότι θα μπορεί να μισθώνει, να εκμισθώνει και να παραχωρεί τη χρήση ακίνητης περιουσίας, ενεργώντας για λογαριασμό του ΟΔΑΠ ή του Υπουργείου Πολιτισμού. Παράλληλα, ο ΟΔΑΠ θα προκαταβάλλει το σύνολο της ετήσιας διαχειριστικής αμοιβής της και το 80% των λειτουργικών της δαπανών, χωρίς να απαιτείται εγγύηση από την εταιρεία. Αυτά δεν αποτελούν απλώς έναν πιο «ευέλικτο τρόπο λειτουργίας». Συνιστούν μια βαθιά και μακροχρόνια αλλαγή στο μοντέλο διαχείρισης της δημόσιας πολιτιστικής περιουσίας. Το σχέδιο νόμου είναι διαθέσιμο στη Βουλή.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι ένα ακόμη περιουσιακό στοιχείο του κράτους
Δεν είναι ένα οικόπεδο που πρέπει να «αξιοποιηθεί», ούτε ένα εμπορικό σήμα που χρειάζεται καλύτερο μάρκετινγκ. Είναι η κοινή μνήμη μιας κοινωνίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο καταλαβαίνουμε από πού ερχόμαστε, πώς συγκροτήθηκε η ταυτότητά μας και ποια ιστορία παραδίδουμε στις επόμενες γενιές.
Γι’ αυτό και οφείλει να αποτελεί δημόσιο αγαθό. Όχι μόνο ως προς την κυριότητα, αλλά σε όλα τα επίπεδα: στη διαχείριση, στην προστασία, στην πρόσβαση, στη χρηματοδότηση και στη λογοδοσία.
Ένα δημόσιο αγαθό δεν αξιολογείται αποκλειστικά από το πόσα χρήματα φέρνει στο ταμείο. Η αξία ενός μικρού επαρχιακού μουσείου δεν μειώνεται επειδή δεν υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες. Ένας αρχαιολογικός χώρος δεν γίνεται λιγότερο σημαντικός επειδή δεν μπορεί να φιλοξενήσει μια επικερδή εκδήλωση. Η προστασία ενός μνημείου μπορεί να κοστίζει χωρίς να αποφέρει άμεσο οικονομικό κέρδος. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει το κράτος: για να προστατεύει όσα έχουν κοινωνική και ιστορική αξία, ακόμη κι όταν δεν είναι εμπορικά αποδοτικά.
Όταν, αντίθετα, η επιτυχία αρχίζει να μετριέται με εισπράξεις, επισκεψιμότητα, πωλήσεις και «αξιοποίηση», υπάρχει ο κίνδυνος τα δημοφιλή μνημεία να αντιμετωπιστούν ως μηχανές εσόδων και τα λιγότερο εμπορικά ως βάρος. Ο πολίτης μετατρέπεται σταδιακά σε πελάτη και η πρόσβαση στην κοινή ιστορία αποκτά όλο και περισσότερο ταξικό χαρακτήρα.
Η εγκατάλειψη δε θεραπεύεται με μια Ανώνυμη Εταιρεία
Η Λίνα Μενδώνη έχει δίκιο σε ένα σημείο: η εγκατάλειψη, η υποχρηματοδότηση και η φθορά των μνημείων αποτελούν πράγματι μορφή απαξίωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μόνο που η απάντηση σε αυτή την απαξίωση δεν είναι η δημιουργία μιας Α.Ε. Είναι η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών που έχουν ήδη την ευθύνη της προστασίας της.
Αν ο ΟΔΑΠ δυσλειτουργεί, η λύση είναι να στελεχωθεί και να οργανωθεί σωστά. Αν τα πωλητήρια παραμένουν κλειστά, χρειάζεται προσωπικό, σχεδιασμός και διαφάνεια. Αν οι αρχαιολογικές υπηρεσίες δεν διαθέτουν τα μέσα που χρειάζονται, απαιτείται σταθερή κρατική χρηματοδότηση. Δεν γίνεται το κράτος να αποδυναμώνει επί χρόνια τις δημόσιες δομές και στη συνέχεια να παρουσιάζει την αδυναμία τους ως επιχείρημα για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ένα εταιρικό μοντέλο.
Αυτό ακριβώς επισημαίνουν και οι αντιδράσεις των εργαζομένων και των αρχαιολόγων. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων κάνει λόγο για μετατόπιση από τον δημόσιο θεσμικό έλεγχο προς μηχανισμούς εταιρικής διακυβέρνησης, ενώ η ΑΔΕΔΥ καταγγέλλει ότι ο μορφωτικός, επιστημονικός και κοινωνικός ρόλος των μνημείων κινδυνεύει να υποχωρήσει μπροστά στις απαιτήσεις της εμπορικής εκμετάλλευσης. Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, ΑΔΕΔΥ.
Η πολιτιστική κληρονομιά χρειάζεται έσοδα, αλλά δεν υπάρχει για να παράγει έσοδα. Χρειάζεται σύγχρονες υπηρεσίες, αλλά δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε εταιρικό χαρτοφυλάκιο. Χρειάζεται καλύτερη οργάνωση, αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται δημόσια ευθύνη, επιστημονική ανεξαρτησία, διαφάνεια και ισότιμη πρόσβαση.
Γιατί τα μνημεία δεν ανήκουν σε μια κυβέρνηση, σε έναν οργανισμό ή σε μια διοίκηση. Ανήκουν σε όλους μας και, ταυτόχρονα, σε εκείνους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη. Και κανένα επιχειρηματικό σχέδιο, όσο «σύγχρονο» κι αν παρουσιάζεται, δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει αυτή την κληρονομιά σαν προϊόν προς αξιοποίηση.