Μια σημαντική αλλαγή στάσης από τον Βρετανό πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ επαναφέρει στο προσκήνιο τη μακροχρόνια διαμάχη για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, την ώρα που Αθήνα και Λονδίνο αναζητούν έναν τρόπο να ξεπεράσουν το αδιέξοδο που κρατά εδώ και δεκαετίες.
Ο Μπέρναμ, ο οποίος πριν γίνει πρωθυπουργός είχε εκφραστεί επανειλημμένα υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα, εμφανίζεται πλέον σαφώς πιο προσεκτικός. Σε συνέντευξή του στους Financial Times αυτή την εβδομάδα, όταν ρωτήθηκε για το μέλλον των Γλυπτών, απάντησε ουσιαστικά ότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά το Βρετανικό Μουσείο.
«Τελικά είναι θέμα του Βρετανικού Μουσείου, έτσι δεν είναι;», ανέφερε, προσθέτοντας ότι τάσσεται υπέρ της αξιοποίησης της «πολιτιστικής διπλωματίας».
Η διαφορά σε σχέση με όσα έλεγε πριν από λίγα χρόνια είναι εμφανής.
Από το «να επιστραφούν» στο «ας αποφασίσει το μουσείο»
Το 2023, όταν ήταν δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο Μπέρναμ είχε ερωτηθεί αν ο τότε πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, θα έπρεπε να επιστρέψει τα Γλυπτά στην Ελλάδα.
Η απάντησή του ήταν «ναι».
Λίγο αργότερα είχε γράψει στα social media ότι θα έπρεπε να επιστραφούν «χωρίς όρους», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η πολιτιστική διπλωματία θα μπορούσε να βελτιώσει την εικόνα της Βρετανίας στον κόσμο.
Η θέση του δεν ήταν μια πρόσφατη ή περιστασιακή τοποθέτηση. Ήδη από το 2002, όταν ήταν βουλευτής, είχε στηρίξει προσπάθεια αλλαγής της βρετανικής νομοθεσίας ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά των Γλυπτών.
Σήμερα, όμως, ως πρωθυπουργός, αποφεύγει να δεσμευτεί για πολιτική παρέμβαση.
Γιατί είναι τόσο δύσκολη η επιστροφή;
Το βασικό εμπόδιο είναι νομικό.
Ο British Museum Act του 1963 περιορίζει τη δυνατότητα του μουσείου να απομακρύνει οριστικά αντικείμενα από τη συλλογή του. Για τον λόγο αυτό, μια μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής βούλησης.
Η βρετανική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι τα Γλυπτά ανήκουν νομικά στους trustees του Βρετανικού Μουσείου και ότι οι αποφάσεις για τη διαχείρισή τους λαμβάνονται από το μουσείο, μέσα στο υπάρχον νομικό πλαίσιο. Τον Ιούνιο του 2026, ο αρμόδιος υπουργός Ίαν Μάρεϊ επανέλαβε στη Βουλή ότι το μουσείο έχει συζητήσει με την ελληνική κυβέρνηση μια πιθανή «partnership», η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει αμοιβαίους δανεισμούς.
Η κυβέρνηση, όπως είπε, δεν θα στεκόταν εμπόδιο σε μια τέτοια συμφωνία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αποδεχθεί μια απλή λύση δανεισμού.
Αθήνα και Λονδίνο αναζητούν μια «γέφυρα»
Ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Όσμπορν έχει ήδη συζητήσει με την ελληνική κυβέρνηση ένα πιθανό μοντέλο μακροχρόνιας πολιτιστικής συνεργασίας.
Στο τραπέζι έχουν βρεθεί σενάρια στα οποία Γλυπτά θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην Αθήνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ελληνικοί αρχαιολογικοί θησαυροί θα ταξίδευαν αντίστοιχα στο Λονδίνο.
Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια συμφωνία μπορεί να λύσει το πρακτικό ζήτημα της έκθεσης των Γλυπτών στην Αθήνα, χωρίς όμως να λύνει το βασικό ζήτημα που θέτει η Ελλάδα: την επανένωσή τους με το υπόλοιπο μνημείο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά των δύο πλευρών.
Η βρετανική πλευρά μιλά όλο και περισσότερο για συνεργασία και δανεισμό.
Η ελληνική πλευρά μιλά για επανένωση.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ μπορεί να γίνει το μοντέλο
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου το Βρετανικό Μουσείο ανοίγει μεγάλη έκθεση με την περίφημη Ταπισερί της Μπαγιέ, η οποία μεταφέρεται από τη Γαλλία στο Λονδίνο στο πλαίσιο μιας συμφωνίας πολιτιστικής συνεργασίας.
Ο διευθυντής του μουσείου Νίκολας Κάλινεν έχει παρουσιάσει τη συμφωνία ως παράδειγμα διεθνούς πολιτιστικής συνεργασίας και έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ένα αντίστοιχο μοντέλο θα μπορούσε να βοηθήσει και στην υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Η λογική είναι απλή: αντί για μια αδιέξοδη μάχη γύρω από την ιδιοκτησία, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια νέα μορφή πολιτιστικής συνεργασίας.
Μόνο που για την Ελλάδα το ζήτημα δεν είναι απλώς πού θα εκτίθενται τα Γλυπτά.
Είναι ότι πρέπει να βρίσκονται μαζί.
Και τι πιστεύουν οι Βρετανοί;
Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο.
Η βρετανική κοινή γνώμη φαίνεται να είναι πιο θετική στην επιστροφή των Γλυπτών από ό,τι η επίσημη πολιτική γραμμή.
Έρευνα της JL Partners για το Parthenon Project το 2025 έδειξε ότι το 56% των ερωτηθέντων θα ψήφιζε υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών στην Ελλάδα σε ένα υποθετικό δημοψήφισμα, ενώ μόλις το 22% θα επέλεγε να παραμείνουν στο Βρετανικό Μουσείο.
Παράλληλα, ο πρώην υπουργός Πολιτισμού των Συντηρητικών, Λόρδος Εντ Βέιζι, χαρακτήρισε «καταθλιπτική» τη νέα στάση του Μπέρναμ, υπενθυμίζοντας ότι ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός είχε στο παρελθόν υποστηρίξει με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια την επιστροφή.
Τι σημαίνει τελικά η αλλαγή του Μπέρναμ;
Προς το παρόν, όχι ότι η υπόθεση έκλεισε.
Αλλά ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει το πολιτικό του κεφάλαιο για να πιέσει άμεσα προς την επιστροφή των Γλυπτών.
Αντίθετα, δείχνει να προτιμά να αφήσει χώρο στο Βρετανικό Μουσείο να διαπραγματευτεί με την Αθήνα και να χρησιμοποιήσει την πολιτιστική διπλωματία ως πιθανή έξοδο από το αδιέξοδο.
Για την Ελλάδα, όμως, το ζητούμενο παραμένει το ίδιο: τα Γλυπτά που βρίσκονται στο Λονδίνο να επανενωθούν με εκείνα που βρίσκονται στην Αθήνα.
Και έτσι, σχεδόν δύο αιώνες μετά την απόκτησή τους από το Βρετανικό Μουσείο, η συζήτηση συνεχίζεται.
Μόνο που αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι απλώς «θα επιστρέψουν;».
Είναι αν Αθήνα και Λονδίνο μπορούν να συμφωνήσουν σε έναν τρόπο ώστε να βρεθούν ξανά μαζί — χωρίς η κάθε πλευρά να αισθάνεται ότι έχασε τη μάχη.