Η φωτιά που ξέσπασε στο Πόρτο Γερμενό στα τέλη Ιουλίου δεν αποτελεί ένα ακόμη μεμονωμένο περιστατικό. Προστέθηκε σε μια μακρά αλυσίδα μεγάλων πυρκαγιών που τα τελευταία χρόνια έχουν μεταμορφώσει τη Δυτική Αττική σε μία από τις πιο βαριά πληγωμένες περιοχές της χώρας. Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών αποτυπώνουν με αριθμούς αυτό που οι κάτοικοι βιώνουν σχεδόν κάθε καλοκαίρι: ένα τοπίο που δοκιμάζεται ξανά και ξανά από τις φλόγες.
Η επικαιροποιημένη ανάλυση, η οποία βασίζεται στα δεδομένα της τελευταίας μεγάλης πυρκαγιάς στο Πόρτο Γερμενό, δείχνει ότι από το 2018 έως σήμερα περισσότερα από 480.000 στρέμματα έχουν καεί στη Δυτική Αττική. Πρόκειται για μια αποτίμηση που ενδέχεται μάλιστα να αυξηθεί, καθώς η καταγραφή της πιο πρόσφατης πυρκαγιάς δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί όταν συντάχθηκαν τα στοιχεία, με το πύρινο μέτωπο να παραμένει ενεργό.
Η χαρτογράφηση πραγματοποιήθηκε με δεδομένα της ευρωπαϊκής υπηρεσίας Copernicus και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Δασικών Πυρκαγιών, δύο συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την ακριβή αποτύπωση της έκτασης και των ορίων κάθε πυρκαγιάς. Και οι αριθμοί που προκύπτουν δύσκολα αφήνουν περιθώριο αισιοδοξίας.
Μέσα σε μόλις εννέα χρόνια, έξι μεγάλες πυρκαγιές έχουν αλλάξει τον χάρτη της περιοχής. Από την Κινέτα και τα Γεράνεια Όρη μέχρι τα Βίλια, τα Δερβενοχώρια, την Πάρνηθα και, πλέον, το Πόρτο Γερμενό, ελάχιστες δασικές ζώνες έχουν μείνει ανεπηρέαστες από την καταστροφική επέλαση της φωτιάς.
Η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη καταστροφή σημειώθηκε το 2023 στα Δερβενοχώρια, όπου οι φλόγες κατέκαψαν περίπου 116.000 στρέμματα. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 2021, τα Βίλια βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας ακόμη μεγάλης πυρκαγιάς, με τις καμένες εκτάσεις να υπολογίζονται σε περίπου 98.200 στρέμματα. Την ίδια χρονιά, τα Γεράνεια Όρη έχασαν ακόμη 71.400 στρέμματα φυσικού πλούτου, επιβεβαιώνοντας ότι το συγκεκριμένο καλοκαίρι άφησε βαθύ αποτύπωμα στην περιοχή.
Ο κατάλογος συνεχίζεται. Το 2023 η Πάρνηθα δοκιμάστηκε επίσης σκληρά, με περίπου 61.000 στρέμματα να παραδίδονται στις φλόγες, ενώ η πυρκαγιά στην Κινέτα το 2018 είχε ήδη αποτελέσει ένα από τα πρώτα μεγάλα προειδοποιητικά σημάδια της τελευταίας δεκαετίας, αφήνοντας πίσω της περίπου 56.000 καμένα στρέμματα.
Σε αυτό το ήδη βαρύ περιβαλλοντικό ισοζύγιο προστίθεται πλέον και το Πόρτο Γερμενό. Σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη αποτίμηση, μέχρι το μεσημέρι της 2ας Αυγούστου είχαν καταγραφεί περισσότερα από 80.000 καμένα στρέμματα. Ωστόσο, το Εθνικό Αστεροσκοπείο επισημαίνει ότι πρόκειται για προσωρινή εκτίμηση, καθώς η τελική εικόνα θα διαμορφωθεί μόνο όταν ολοκληρωθεί η χαρτογράφηση της πυρκαγιάς. Με απλά λόγια, ο συνολικός απολογισμός αναμένεται να είναι ακόμη βαρύτερος.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, όμως, κρύβεται μια πραγματικότητα που δύσκολα αποτυπώνεται σε έναν χάρτη. Κάθε νέα πυρκαγιά δεν καίει απλώς μια ακόμη έκταση. Πολύ συχνά περνά πάνω από περιοχές που έχουν ήδη πληγεί στο παρελθόν, δοκιμάζοντας οικοσυστήματα τα οποία δεν έχουν προλάβει να ανακάμψουν. Η φυσική αναγέννηση ενός δάσους απαιτεί χρόνια, σε ορισμένες περιπτώσεις δεκαετίες. Όταν όμως η φωτιά επιστρέφει πριν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης μειώνονται δραματικά.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην απώλεια του δασικού πλούτου. Οι καμένες πλαγιές γίνονται πιο ευάλωτες στη διάβρωση, αυξάνεται ο κίνδυνος πλημμυρών κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ η βιοποικιλότητα της περιοχής δέχεται ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που κάθε νέα πυρκαγιά κάνει ακόμη πιο δύσκολο να σπάσει.
Η κλιματική κρίση αναμφίβολα δημιουργεί ολοένα πιο ευνοϊκές συνθήκες για την εκδήλωση και την ταχεία εξάπλωση μεγάλων πυρκαγιών. Οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ξηρασία και οι ισχυροί άνεμοι συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Ωστόσο, όταν ο ίδιος γεωγραφικός χώρος μετρά έξι μεγάλες καταστροφές μέσα σε εννέα χρόνια, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά στις καιρικές συνθήκες.
Οι αριθμοί του Αστεροσκοπείου λειτουργούν περισσότερο ως υπενθύμιση παρά ως απλή στατιστική καταγραφή. Δείχνουν ότι η Δυτική Αττική δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα περιστασιακό πρόβλημα, αλλά με μια διαρκή περιβαλλοντική πίεση που συσσωρεύεται χρόνο με τον χρόνο. Και όσο ο χάρτης γεμίζει νέες καμένες εκτάσεις, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα αν η δημόσια συζήτηση θα μετατοπιστεί επιτέλους από τη διαχείριση κάθε επόμενης πυρκαγιάς στην ουσιαστική πρόληψη της επόμενης.
Γιατί οι φλόγες σβήνουν. Οι συνέπειές τους, όμως, παραμένουν ορατές για πολλά χρόνια μετά. Και στη Δυτική Αττική, αυτές οι συνέπειες έχουν πλέον χαραχθεί όχι μόνο πάνω στη γη, αλλά και στη συλλογική μνήμη μιας περιοχής που βλέπει το ίδιο έργο να επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Κάθε φορά που ηχεί το 112 με τον απόκοσμο ήχο σειρήνας σαν να έχει βγει από το “Purge”, ζητώντας από τους κατοίκους να εκκενώσουν τις περιουσίες τους, μόνο για πρόληψη δεν μιλάμε. Μάλλον για ένα έθιμο που προστίθεται στα ετήσια της χώρας και λαμβάνει χώρα κάθε καλοκαίρι, σε αυτόν τον κατά τα άλλα πανέμορφο τόπο.