Για ημέρες δεν απαντούσε στα μηνύματά σου. Είδε τα stories, μπήκε και βγήκε δεκάδες φορές από την εφαρμογή, ίσως ανέβασε και μια φωτογραφία από τη βραδινή του έξοδο, αλλά τα δύο δικά σου μηνύματα παρέμεναν εκεί, μόνα και αμήχανα. Κάποια στιγμή σταμάτησες να περιμένεις, πήρες την απόφαση ότι εξαφανίστηκε και προσπάθησες να προχωρήσεις.
Και τότε επέστρεψε.
Όχι απαραίτητα με μια συγγνώμη ή με κάποια εξήγηση, αλλά με ένα απλό «Τι κάνεις;», λες και η τελευταία σας επικοινωνία έγινε χθες. Αν τολμήσεις να ρωτήσεις πού βρισκόταν όλο αυτό το διάστημα, μπορεί να πάρεις μια απάντηση του τύπου: «Δεν κατάλαβα ότι περίμενες να μιλάμε κάθε μέρα» ή «Κι εσύ μπορούσες να μου στείλεις».
Αυτό είναι το ghostlighting, η νέα λέξη του dating που περιγράφει κάτι δυστυχώς πολύ παλιό: κάποιον που πρώτα εξαφανίζεται και ύστερα επιστρέφει για να σε πείσει ότι η εξαφάνισή του συνέβη κυρίως μέσα στο κεφάλι σου.
Όταν το ghosting συναντά το gaslighting
Ο όρος προκύπτει από τον συνδυασμό του ghosting και του gaslighting. Στην πρώτη περίπτωση, κάποιος διακόπτει ξαφνικά την επικοινωνία χωρίς καμία εξήγηση. Στη δεύτερη, επιχειρεί να σε κάνει να αμφισβητήσεις όσα συνέβησαν, όσα αισθάνθηκες ή ακόμη και τη δική σου αντίληψη της πραγματικότητας.
Στο ghostlighting τα δύο ενώνονται σε ένα αρκετά δυσάρεστο πακέτο. Το άτομο εξαφανίζεται ή απομακρύνεται σταδιακά και, όταν τελικά επιστρέψει, αρνείται ότι έκανε κάτι περίεργο. Μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν χάθηκε για τόσο μεγάλο διάστημα, ότι δεν είχατε κάτι σοβαρό ή ότι εσύ δημιούργησες υπερβολικές προσδοκίες χωρίς να του το πεις.
Σύμφωνα με τον ορισμό, ο ghostlighter μπορεί να επανεμφανιστεί σαν να μη συνέβη τίποτα και, όταν του ζητηθούν εξηγήσεις, να δείξει απορία ή να υποβαθμίσει το διάστημα κατά το οποίο είχε διακόψει την επικοινωνία.
Μερικές χαρακτηριστικές ατάκες είναι:
«Δεν εξαφανίστηκα, απλώς είχα πολλή δουλειά».
«Νόμιζα ότι ήθελες κι εσύ λίγο χώρο».
«Δεν μου έδειξες ότι σε ενδιέφερε τόσο πολύ».
«Εσύ απομακρύνθηκες πρώτη».
«Το κάνεις μεγαλύτερο απ’ όσο είναι».
«Δεν θυμάμαι να μου έστειλες».
Και κάπως έτσι, η συζήτηση σταματά να αφορά το γεγονός ότι κάποιος χάθηκε χωρίς εξήγηση και αρχίζει να αφορά το αν εσύ είσαι υπερβολική, απαιτητική ή δραματική.
Γιατί είναι χειρότερο από ένα απλό ghosting;
Το ghosting αφήνει πίσω του πολλά ερωτήματα. Αναρωτιέσαι τι άλλαξε, αν έκανες κάτι λάθος ή αν υπήρχε εξαρχής πραγματικό ενδιαφέρον. Δεν έχεις μια καθαρή εξήγηση, οπότε το μυαλό αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά, συνήθως με τα χειρότερα δυνατά σενάρια.
Το ghostlighting προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο σύγχυσης. Το άτομο που επιστρέφει δεν σου δίνει το κλείσιμο που έλειπε. Αντίθετα, σε κάνει να αμφισβητείς αν είχες ποτέ το δικαίωμα να ενοχληθείς.
Ξαφνικά μπορεί να αρχίσεις να σκέφτεσαι μήπως πράγματι ζήτησες πολλά. Μήπως δέθηκες υπερβολικά γρήγορα. Μήπως δεν είχατε συμφωνήσει ότι θα μιλάτε συχνά. Μήπως δεν έπρεπε να θεωρήσεις περίεργο το γεγονός ότι κάποιος με τον οποίο επικοινωνούσες καθημερινά εξαφανίστηκε για δύο εβδομάδες.
Φυσικά, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει μια γνωριμία που δεν επιθυμεί. Δεν χρειάζεται, όμως, να υπάρχει επίσημο συμβόλαιο σχέσης για να αξίζει ο άλλος μια στοιχειώδη εξήγηση. Το «δεν θέλω να συνεχίσουμε» μπορεί να είναι δυσάρεστο, αλλά τουλάχιστον είναι ειλικρινές. Το «δεν εξαφανίστηκα ποτέ, εσύ κατάλαβες λάθος» μεταφέρει την ευθύνη σε εκείνον που έμεινε να περιμένει.
Γιατί επιστρέφει;
Η επιστροφή δε σημαίνει απαραιτήτως ότι μετάνιωσε ή συνειδητοποίησε πόσο του έλειψες. Μπορεί απλώς να βαρέθηκε, να μην προχώρησε κάποια άλλη γνωριμία ή να θέλει να ελέγξει αν έχει ακόμη πρόσβαση στη ζωή σου.
Ο ghostlighter δεν επιστρέφει πάντοτε επειδή θέλει σχέση. Συχνά επιστρέφει επειδή θέλει να βρει την πόρτα ανοιχτή, χωρίς όμως να αναλάβει την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο έφυγε. Γι’ αυτό και αποφεύγει τη συγγνώμη. Αν παραδεχτεί ότι εξαφανίστηκε, θα χρειαστεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Είναι πολύ πιο εύκολο να παρουσιάσει τη δική σου αντίδραση ως το πραγματικό πρόβλημα.
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση κάποιος να μην αντιλαμβάνεται πλήρως πόσο πλήγωσε τον άλλον. Η συναισθηματική ανωριμότητα και η δυσκολία στη διαχείριση άβολων συζητήσεων δεν αποτελούν πάντοτε οργανωμένο σχέδιο χειραγώγησης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοήσεις το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του.
Πώς καταλαβαίνεις ότι σου συμβαίνει;
Το βασικό σημάδι είναι ότι επιστρέφει χωρίς να αναγνωρίζει την απουσία του. Δεν εξηγεί, δεν ζητά συγγνώμη και δεν δείχνει να καταλαβαίνει γιατί μπορεί να σε ενόχλησε.
Όταν του μιλάς για όσα συνέβησαν, αλλάζει την αφήγηση. Επιμένει ότι δεν είχατε κάτι αρκετά σοβαρό, θυμάται επιλεκτικά τις προηγούμενες συζητήσεις σας ή υποστηρίζει ότι εσύ δημιούργησες την απόσταση. Μπορεί ακόμη να αντιστρέψει τους ρόλους και να εμφανιστεί ως ο πληγωμένος της ιστορίας.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι πώς αισθάνεσαι μετά τη συζήτηση. Αν ξεκίνησες ζητώντας μια απλή εξήγηση και κατέληξες να απολογείσαι επειδή έχεις ανάγκες και συναισθήματα, κάτι δεν πήγε καθόλου καλά.
Δε χρειάζεται να αποδείξεις ότι εξαφανίστηκε
Μπροστά στο ghostlighting, είναι εύκολο να μπεις στον πειρασμό να παρουσιάσεις αποδεικτικά στοιχεία. Να θυμίσεις ημερομηνίες, να μετρήσεις ημέρες και να ανασύρεις μηνύματα για να αποδείξεις ότι δεν φαντάστηκες την εξαφάνισή του.
Δεν χρειάζεται να στήσεις δικαστήριο μέσα στο chat. Το θέμα δεν είναι αν χάθηκε για εννέα ή δώδεκα ημέρες. Το θέμα είναι ότι η συμπεριφορά του σε έκανε να νιώσεις ανασφάλεια και ότι, αντί να ακούσει πώς βίωσες την κατάσταση, προσπαθεί να ακυρώσει το συναίσθημά σου.
Μπορείς να πεις καθαρά ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επικοινωνίας δεν σου ταιριάζει και να αποφασίσεις αν θέλεις να συνεχίσεις. Τα όρια δεν χρειάζονται τη συγκατάθεση του άλλου για να είναι έγκυρα.
Άλλωστε, κάποιος που θέλει πραγματικά να επιστρέψει στη ζωή σου δεν θα προσπαθήσει να ξαναγράψει τον τρόπο με τον οποίο έφυγε. Θα αναγνωρίσει ότι σε πλήγωσε, θα αναλάβει την ευθύνη και θα σου δείξει με συνέπεια ότι αυτή τη φορά σκοπεύει να μείνει.
Ο ghostlighter, αντίθετα, δε ζητά μια δεύτερη ευκαιρία. Συμπεριφέρεται σαν να μην έχασε ποτέ την πρώτη.