Η νοσταλγία είναι εξαιρετική μοντέρ. Κόβει πάντα τις σκηνές που εξηγούν γιατί έφυγες. Δε θυμάσαι πάντα έναν άνθρωπο όπως ήταν. Τον θυμάσαι όπως τον μοντάρει η απουσία. Κρατάς εκείνο το βράδυ που γελάσατε μέχρι να πονέσει η κοιλιά σου. Το τραγούδι που ήταν «δικό σας». Τον τρόπο που σε κοιτούσε όταν όλα ήταν ακόμη καλά. Κρατάς τα πλάνα που θα έμπαιναν στο trailer. Και κάπου στο cutting room floor μένουν οι εβδομάδες που δεν ήξερες πού πατάς, οι ίδιες συζητήσεις που κάνατε ξανά και ξανά, εκείνες οι μικρές απογοητεύσεις που κάποτε ήταν αρκετές για να σε κάνουν να φύγεις. Η μνήμη δε λέει πάντα ψέματα. Απλώς έχει τρομερή αίσθηση του μοντάζ.

Αυτό είναι ίσως το πιο ύπουλο πράγμα με τη νοσταλγία: δε σε γυρίζει απλώς πίσω. Σε γυρίζει πίσω σε μια βελτιωμένη εκδοχή. Χωρίς τις αναμονές. Χωρίς τις άβολες σιωπές. Χωρίς εκείνο το βράδυ που γύρισες σπίτι και σκέφτηκες ότι δεν αντέχεις άλλο. Θυμάσαι το φιλί, αλλά όχι τον καβγά που προηγήθηκε. Θυμάσαι το ταξίδι, αλλά όχι ότι τις μισές μέρες δε μιλούσατε. Θυμάσαι πόσο σου έλειψε όταν έφυγε, αλλά όχι πόσο μόνη ένιωθες όταν ήταν ακόμα εκεί.

Η νοσταλγία έχει ένα ταλέντο: σου θυμίζει πόσο πόνεσες όταν έχασες κάτι και ξεχνάει να σου θυμίσει πόσο πονούσες όσο το είχες. Και κάπως έτσι ένας άνθρωπος που κάποτε σε κούραζε μπορεί, από ασφαλή απόσταση, να αποκτήσει ξανά μια σχεδόν κινηματογραφική λάμψη. Η απουσία κάνει εξαιρετικό color grading. Μαλακώνει τις γωνίες, ζεσταίνει τα χρώματα και κόβει ό,τι χαλάει την ιστορία που θέλεις να θυμάσαι.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις εποχές. «Τότε ήμασταν καλύτερα». Ίσως. Αλλά τότε υπήρχαν και πράγματα που σήμερα δε θυμάσαι, επειδή δεν έχουν ωραίο soundtrack. Η δουλειά που μισούσες. Το σπίτι που σε έπνιγε. Η ανασφάλεια που κουβαλούσες κάθε μέρα. Οι άνθρωποι που σε πλήγωναν και που σήμερα, επειδή πέρασαν τα χρόνια, έχουν μετατραπεί σε «παλιές καλές εποχές». Ο χρόνος δεν κάνει πάντα τα πράγματα καλύτερα. Μερικές φορές απλώς κάνει τις λεπτομέρειες πιο θολές.

Η νοσταλγία είναι και μια περίεργη λογίστρια. Καταγράφει με ακρίβεια όσα έχασες και διαγράφει πρόθυμα όσα πλήρωνες όσο τα είχες. Γι’ αυτό και μερικές επιστροφές μοιάζουν τόσο δελεαστικές. Όχι επειδή άλλαξε απαραίτητα κάτι, αλλά επειδή έχει ξεθωριάσει αρκετά ο λόγος που έφυγες. Το παρόν έχει βάρος, λογαριασμούς, αποφάσεις, άγχος και αβεβαιότητα. Το παρελθόν έχει ήδη συμβεί. Δεν μπορεί πια να σε αιφνιδιάσει και γι’ αυτό μοιάζει ασφαλές. Μπορείς να το επισκέπτεσαι χωρίς να πληρώνεις καθημερινά το τίμημά του.

Μόνο που το να σου λείπει κάτι δεν είναι απόδειξη ότι πρέπει να επιστρέψεις σε αυτό. Είναι απλώς απόδειξη ότι κάποτε σήμαινε κάτι για σένα. Κι αυτά τα δύο απέχουν πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδέχεται συνήθως η καρδιά.

Υπάρχουν πρώην που έγιναν καλύτεροι μέσα στη μνήμη απ’ όσο υπήρξαν ποτέ μέσα στη σχέση. Φιλίες που μοιάζουν πιο ζεστές τώρα που δε χρειάζεται να θυμάσαι πόσο μονόπλευρες ήταν. Πόλεις που έγιναν πιο όμορφες όταν έπαψες να πρέπει να ζεις μέσα τους. Ακόμη και παλιές εκδοχές του εαυτού σου μπορεί να μοιάζουν πιο ελεύθερες, πιο ανέμελες, πιο ζωντανές — μόνο και μόνο επειδή ξέρεις ήδη πώς τελείωσε εκείνη η εποχή.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο παράξενη πλευρά της νοσταλγίας: πολλές φορές δε θέλεις πίσω τον άνθρωπο. Θέλεις πίσω το ποια ήσουν όταν τον είχες. Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να επιστρέψει. Δε σου λείπει εκείνο το σπίτι. Σου λείπει η ηλικία σου όταν έμενες εκεί. Δε σου λείπει η συγκεκριμένη παρέα. Σου λείπει ότι τότε είχατε όλοι χρόνο να εμφανίζεστε χωρίς να ανοίγετε ημερολόγια τρεις εβδομάδες πριν. Δε σου λείπει απαραίτητα το παρελθόν. Σου λείπει μια εκδοχή σου που δεν υπάρχει πια.

Μερικές φορές δε σου λείπει το παρελθόν. Σου λείπει ότι τότε δεν ήξερες ακόμη τι θα χάσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι όλα όσα άφησες πίσω ήταν λάθος για σένα. Ούτε ότι κάθε ανάμνηση πρέπει να περνά από δίκη για να δικαιούται να παραμείνει όμορφη. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπήσαμε αληθινά και παρ’ όλα αυτά έπρεπε να φύγουμε. Υπάρχουν εποχές που ήταν πράγματι υπέροχες και παρ’ όλα αυτά τελείωσαν. Η ωριμότητα δεν είναι να ακυρώνεις ό,τι καλό υπήρξε μόνο και μόνο επειδή δεν κράτησε.

Είναι όμως άλλο πράγμα να τιμάς μια ανάμνηση και άλλο να την αφήνεις να ξαναγράφει την ιστορία. Η ανάμνηση μπορεί να είναι αληθινή χωρίς να είναι ολόκληρη η αλήθεια. Γιατί όταν νοσταλγείς αρκετά, μπορεί να αρχίσεις να αναρωτιέσαι αν υπερέβαλες. Αν βιάστηκες. Αν τελικά «δεν ήταν και τόσο άσχημα». Και τότε χρειάζεται να θυμηθείς κάτι απλό: ο άνθρωπος που ήσουν τότε είχε πληροφορίες που εσύ σήμερα δεν έχεις πια πρόχειρες. Ζούσε το έργο χωρίς μοντάζ. Έβλεπε και τις σκηνές που τώρα λείπουν.

Ίσως γι’ αυτό, πριν επιστρέψεις σε έναν άνθρωπο, μια σχέση, μια φιλία ή μια ζωή που άφησες πίσω, αξίζει να κάνεις μια λιγότερο ρομαντική ερώτηση. Όχι «τι μου λείπει;», αλλά «τι είχα ξεχάσει για να αρχίσει να μου λείπει τόσο;»

Η νοσταλγία δεν είναι εχθρός. Είναι απλώς ένας μοντέρ που αγαπά υπερβολικά τα highlights. Και αν την αφήσεις μόνη στο editing room, θα σου φτιάξει ένα τόσο όμορφο trailer, που μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις γιατί κάποτε δεν άντεξες ολόκληρη την ταινία.

Συντάκτης: Virtual Unreality