Μπορεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του να σημαδεύτηκαν από μια σκληρή σύγκρουση με την οικογένειά του, όμως ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε μια ιδιαίτερα πικρή ανατροπή: ο τραγουδιστής δεν είχε συντάξει διαθήκη και, επομένως, η περιουσία του περνά στους ανθρώπους με τους οποίους βρισκόταν σε ανοιχτή οικονομική και δικαστική διαμάχη.
Και κάπως έτσι, η ζωή έγραψε έναν επίλογο με μπόλικη ειρωνεία. Ο άνθρωπος που αισθανόταν βαθιά προδομένος από την οικογένειά του, που είχε μιλήσει για οικονομικές διαφορές και που είχε κινηθεί νομικά για τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο, δεν πρόλαβε να αποφασίσει ο ίδιος τι θα συμβεί με την περιουσία του μετά τον θάνατό του.
Τη μη ύπαρξη διαθήκης επιβεβαίωσαν στο protothema.gr τόσο ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε τον τελευταίο χρόνο, Χαράλαμπος Λυκούδης, όσο και ο Γιώργος Μερκουλίδης, νομικός με τον οποίο ο τραγουδιστής διατηρούσε επί χρόνια επαγγελματική συνεργασία και προσωπική φιλία.
«Δεν υπάρχει διαθήκη», ανέφερε κατηγορηματικά ο Χαράλαμπος Λυκούδης. Από την πλευρά του, ο Γιώργος Μερκουλίδης αποκάλυψε ότι ο καλλιτέχνης είχε εκφράσει την πρόθεσή του να τη συντάξει, κυρίως μετά τη βαθιά προδοσία που, όπως ο ίδιος αισθανόταν, είχε υποστεί από την οικογένειά του. Δεν πρόλαβε, όμως, να το κάνει.
Στην περιουσία του περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η κατοικία του στη Βουλιαγμένη, δύο ακόμη σπίτια στον Λυκαβηττό και την Κρήτη, καθώς και μία εταιρεία διαχείρισης ακινήτων στη Μύκονο και σε άλλες περιοχές της χώρας. Η συγκεκριμένη εταιρεία είχε βρεθεί στο επίκεντρο της σύγκρουσής του με την αδελφή του, Βάσω, καθώς ο ίδιος υποστήριζε ότι οι μετοχές της είχαν μεταβιβαστεί, χωρίς τη γνώση του, στο όνομα εκείνης και του συζύγου της.
Εφόσον δεν υπάρχει διαθήκη, η περιουσία του περνά, σύμφωνα με όσα αναφέρει το σχετικό ρεπορτάζ, εξ αδιαιρέτου στους γονείς και στις δύο αδελφές του. Δηλαδή, σε εκείνους ακριβώς από τους οποίους ο ίδιος προσπαθούσε τα τελευταία χρόνια να προστατεύσει τόσο την περιουσία όσο και την αξιοπρέπειά του.
Γιατί αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό σημείο αυτής της ιστορίας: όσο ζούσε, χρειάστηκε να αποδείξει ότι είχε λόγο για τη ζωή, τα οικονομικά και την ψυχική του κατάσταση. Μετά τον θάνατό του, όμως, ο νόμος αποφασίζει στη θέση του, επειδή ο ίδιος δεν πρόλαβε να αποτυπώσει επίσημα τη βούλησή του.
Η μήνυση για τον εγκλεισμό στο Δρομοκαΐτειο
Σύμφωνα με τον Γιώργο Μερκουλίδη, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ενεργές νομικές εκκρεμότητες σχετικά με τις οικονομικές διαφορές του τραγουδιστή με την οικογένειά του. Το 2024 είχαν κατατεθεί αγωγές λογοδοσίας, από τις οποίες η νομική πλευρά του Γιώργου Μαζωνάκη είχε παραιτηθεί τυπικά, με σκοπό να επανέλθει με νέες. Οι νέες αγωγές δεν κατατέθηκαν τελικά, παρότι, σύμφωνα με τον δικηγόρο, ο ίδιος επιθυμούσε να συνεχίσει τη δικαστική διεκδίκηση.
Η μοναδική υπόθεση που παραμένει ανοιχτή είναι η μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση που είχε υποβληθεί, κατόπιν εντολής του τραγουδιστή, εναντίον μελών της οικογένειάς του για τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο. Η υπόθεση δεν είχε τελεσιδικήσει μέχρι τον θάνατό του.
«Ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο τον είχε πληγώσει βαθύτατα. Ήταν το πιο δύσκολο και επίπονο κομμάτι της ζωής του», δήλωσε ο Γιώργος Μερκουλίδης.
Και εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ξεκάθαρα: προσβλητική δεν είναι η ανάγκη ενός ανθρώπου για ψυχιατρική φροντίδα. Αυτό είναι δεδομένο κι αυταπόδεικτο. Προσβλητικό είναι να μετατρέπεται η ψυχιατρική σε μέσο αμφισβήτησης, έκθεσης ή φίμωσης κάποιου, εφόσον αποδειχθεί ότι αυτό συνέβη. Ο Γιώργος Μαζωνάκης βίωσε τον συγκεκριμένο εγκλεισμό ως μια βαθιά προσωπική ταπείνωση και προσπάθησε να βρει δικαίωση μέσα από τη Δικαιοσύνη. Δεν πρόλαβε ούτε αυτή.
Στα μέσα Αυγούστου είχε επικοινωνήσει με τον Γιώργο Μερκουλίδη και του είχε ζητήσει να συναντηθούν, χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο. Επειδή ο δικηγόρος βρισκόταν σε διακοπές, συμφώνησαν να κάνουν τη συνάντηση τον Σεπτέμβριο. Η συνάντηση δεν έγινε ποτέ.
Δεν θα μάθουμε αν ήθελε να μιλήσει για τη διαθήκη του, για τη δικαστική διαμάχη ή για κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι έφυγε πριν προλάβει να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς της ζωής του. Και τώρα, μέσα σε μια τελευταία ειρωνεία, όλα όσα πάλευε να διεκδικήσει ή να προστατεύσει επιστρέφουν σε εκείνους από τους οποίους ένιωθε ότι έπρεπε να τα προστατεύσει.