Κάποτε το «απέρριξε την πρόταση γάμου μου» ήταν απλώς μια απογοήτευση. Κάτι που πλήγωνε τον εγωισμό σου, σε έκανε να στεναχωρηθείς, να εκνευριστείς, να χωρίσεις, να το συζητήσεις με φίλους και τελικά να προχωρήσεις παρακάτω. Σήμερα, όμως, σε κάποιες γωνιές του internet, η απόρριψη έχει αρχίσει να αντιμετωπίζεται σαν προσωπική προσβολή που πρέπει να «τιμωρηθεί». Και αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό κομμάτι της νέας ψηφιακής κουλτούρας που εξαπλώνεται στα social media.

Στο TikTok και σε άλλες πλατφόρμες, ολοένα και περισσότεροι άνδρες ανεβάζουν βίντεο στα οποία προσποιούνται ότι ρίχνουν γροθιές στην κάμερα, μαχαιρώνουν αόρατους στόχους ή σημαδεύουν με όπλα, σε αυτό που αποκαλούν ειρωνικά «εκπαίδευση σε περίπτωση που εκείνη πει όχι». Η «εκείνη» είναι γυναίκες που απέρριψαν τις ερωτικές τους προσεγγίσεις.

Τα βίντεο παρουσιάζονται ως «χιούμορ» και «σάτιρα», όμως οργανώσεις που ασχολούνται με την έμφυλη βία προειδοποιούν ότι τέτοιου είδους περιεχόμενο δε μένει απλώς στο επίπεδο του αστείου. Γιατί όταν η βία μετατρέπεται σε trend, αρχίζει σιγά-σιγά να χάνει το στοιχείο του σοκ που σου προκαλεί όταν συμβαίνει. Κι αυτός είναι πάντα ο πιο επικίνδυνος δρόμος.

 

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Brut (@brutamerica)

 

Η υπόθεση της 20χρονης Alana Rosa στη Βραζιλία είναι η απόδειξη. Η νεαρή γυναίκα είχε απορρίψει επανειλημμένα τις προσεγγίσεις του Luis Felipe Sampaio, άνδρα που —σύμφωνα με πληροφορίες— την κατακλύζε με δώρα και εμμονική συμπεριφορά. Όταν εκείνη συνέχισε να λέει όχι, ο κατηγορούμενος φέρεται να εισέβαλε στο σπίτι της στο São Gonçalo, κοντά στο Rio de Janeiro, και να τη μαχαίρωσε σχεδόν 50 φορές. Η Rosa μεταφέρθηκε σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε πολλαπλές επανορθωτικές επεμβάσεις και παρέμεινε σε τεχνητό κώμα μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της υγείας της. Επέζησε. Και μόνο αυτή η λέξη αρκεί για να καταλάβει κανείς πόσο κοντά βρέθηκε στον θάνατο επειδή είπε «όχι».

Η μητέρα της, Jaderluce de Oliveira, αποκάλυψε πως ο δράστης φέρεται να παρακολουθούσε παρόμοιο περιεχόμενο στα social media. Πόσο εύκολα, λοιπόν, μια κουλτούρα μισογυνισμού, ειρωνείας και “edgy χιούμορ” μπορεί να λειτουργήσει σαν χώρος επιβεβαίωσης για ήδη βίαιες συμπεριφορές; Η υπόθεση της Rosa δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό στη Βραζιλία. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Ασφάλειας της χώρας, περισσότερες από 1.400 γυναίκες δολοφονήθηκαν το 2025 από άνδρες, αριθμός που ξεπερνά ακόμη και το προηγούμενο σοκαριστικό ρεκόρ του 2024.

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, στο διαδίκτυο η κατάσταση μοιάζει εξίσου ανησυχητική. Μελέτη του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου του Ρίο ντε Τζανέιρο εντόπισε 123 YouTube κανάλια στη Βραζιλία που προωθούν ανοιχτά μισογυνιστικό λόγο, συγκεντρώνοντας συνολικά περίπου 23 εκατομμύρια συνδρομητές. Το πιο ειρωνικό —και ταυτόχρονα εξοργιστικό— είναι ότι αυτή η «μόδα» βίας απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δημοφιλία γύρω από την International Women’s Day στις 8 Μαρτίου. Την ίδια ακριβώς στιγμή που σε όλο τον κόσμο γίνονταν συζητήσεις για ισότητα, ασφάλεια και δικαιώματα των γυναικών, κάποιοι άλλοι ανέβαζαν βίντεο όπου «εκπαίδευαν» άνδρες στο πώς να εκδικούνται όταν μια γυναίκα τους απορρίπτει.

Η καθηγήτρια Fiona Macaulay, ειδική στη βία κατά των γυναικών στη Βραζιλία, εξηγεί ότι το φαινόμενο βασίζεται σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις κυριαρχίας και ελέγχου. «Όλα σχετίζονται με την ιεραρχία, όπου οι γυναίκες τοποθετούνται κάτω από τους άντρες ως υποχείρια ελέγχου», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι για ορισμένους άνδρες η ισότητα αντιμετωπίζεται σαν απειλή.

Οι αρχές κυβερνοεγκλήματος της Βραζιλίας έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνες και έχουν ζητήσει από το TikTok να αφαιρέσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παρ’ όλα αυτά, τα βίντεο συνεχίζουν να επανεμφανίζονται διαρκώς σε διάφορες πλατφόρμες. Στο μεταξύ όλο και περισσότερες γυναίκες δηλώνουν πως δεν αισθάνονται ασφαλείς ούτε καν μέσα στα σπίτια τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Βραζιλία σχολές πολεμικών τεχνών έχουν αρχίσει να προσφέρουν δωρεάν μαθήματα αυτοάμυνας σε γυναίκες που φοβούνται για την ασφάλειά τους.

Και τελικά, πώς κανείς μιλάει για ισότητα όταν το να απορρίψεις κάποιον δε θεωρείται πια απλώς κοινωνικά “άβολο” κι αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνο;