Ήταν 23 ετών και ζύγιζε μόλις 31 κιλά όταν πέθανε. Είχαν προηγηθεί 67 εξορκισμοί, μήνες εξάντλησης και δεκάδες κασέτες που κατέγραφαν τις κραυγές της. Δύο ιερείς προσπαθούσαν να διώξουν τους «δαίμονες» που πίστευαν ότι την είχαν κυριεύσει, ενώ η υγεία της κατέρρεε. Το όνομά της ήταν Ανελίζε Μίχελ και η ιστορία της ενέπνευσε τον «Εξορκισμό της Έμιλι Ρόουζ». Αν η ταινία σού είχε στερήσει τον ύπνο, η πραγματική υπόθεση θα σου αφήσει ένα πολύ πιο επίμονο ερώτημα: πώς γίνεται να παρακολουθούν άνθρωποι μια κοπέλα να σβήνει και να συνεχίζουν να πιστεύουν ότι τη σώζουν;

Η Ανελίζε μεγάλωσε σε μια αυστηρά καθολική οικογένεια στο Κλίνγκενμπεργκ της Βαυαρίας. Ήταν φοιτήτρια Παιδαγωγικών και η θρησκεία κατείχε κεντρική θέση στην καθημερινότητά της. Στην εφηβεία της άρχισε να εμφανίζει σπασμούς και διαγνώστηκε με επιληψία. Αργότερα, ο νευρολόγος της εξέφρασε ανησυχία και για την πιθανή ανάπτυξη παρανοειδούς ψύχωσης. Οι δυσκολίες της, ωστόσο, άρχισαν να ερμηνεύονται μέσα στο θρησκευτικό της περιβάλλον ως ενδείξεις δαιμονικής κατοχής. Αυτή η ερμηνεία θα καθόριζε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η επιδείνωση της κατάστασής της.

Το 1975, ο επίσκοπος του Βίρτσμπουργκ, Γιόζεφ Στανγκλ, ενέκρινε την πραγματοποίηση του λεγόμενου μεγάλου εξορκισμού. Τις τελετές ανέλαβαν οι καθολικοί ιερείς Άρνολντ Ρεντς και Ερνστ Αλτ. Από τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς μέχρι την παραμονή του θανάτου της, η Ανελίζε υποβλήθηκε σε τουλάχιστον 67 εξορκισμούς. Οι τελετές πραγματοποιούνταν στο πατρικό της σπίτι και, για ένα διάστημα, στο δωμάτιό της στη φοιτητική εστία. Σκέψου λίγο αυτόν τον αριθμό και τη διάρκειά του: μια νεαρή γυναίκα περνούσε μήνες μέσα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία που παρουσίαζε τον πόνο της ως μάχη με τον διάβολο.

Οι ιερείς πίστευαν ότι μέσα της βρίσκονταν έξι δαιμονικές οντότητες, στις οποίες απέδιδαν διαφορετικές φωνές. Ανάμεσα στα ονόματα που επικαλούνταν ήταν ο Εωσφόρος, ο Ιούδας, ο Νέρων και ο Χίτλερ. Δεκάδες ηχογραφήσεις έγιναν κατά τη διάρκεια των τελετών, καταγράφοντας κραυγές, βρισιές και έντονες αλλοιώσεις στη φωνή της. Ήδη το 1976, μετά τον θάνατό της, ο Ρεντς παρουσίασε μέρος αυτού του υλικού σε τηλεοπτική εκπομπή, υποστηρίζοντας τη δική του θρησκευτική ερμηνεία για όσα είχαν συμβεί. Πρόκειται για καταγραφές πραγματικού ανθρώπινου μαρτυρίου.

 

 

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι ηχογραφήσεις εξακολουθούν να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Ακούγονται αποσπασμένες από το ιστορικό τους, συχνά ως ανατριχιαστικό υλικό που υπόσχεται στον ακροατή μια συνάντηση με το υπερφυσικό. Η ιστορικός Πέτρα Νάι-Χέλμουτ, η οποία μελέτησε κρατικά και εκκλησιαστικά αρχεία της υπόθεσης, έχει εξετάσει και τη μεταγενέστερη αξιοποίηση αυτών των κασετών από θρησκευτικούς κύκλους. Για το κοινό του διαδικτύου, το υλικό μπορεί να κρατά λίγα λεπτά. Για την Ανελίζε ήταν η ίδια της η ζωή, την ώρα που η υγεία της κατέρρεε.

Την άνοιξη του 1976 άρχισε να αρνείται τροφή και υγρά. Η κατάστασή της χειροτέρευε, χωρίς να καλείται γιατρός για να αντιμετωπίσει αυτή την επικίνδυνη εξέλιξη. Την 1η Ιουλίου πέθανε στο σπίτι της. Το σύγχρονο με τα γεγονότα ρεπορτάζ του TIME ανέφερε ως αιτία θανάτου, βάσει της νεκροψίας, τον υποσιτισμό και την αφυδάτωση. Το βάρος της είχε πέσει περίπου στα 31 κιλά. Ενώ οι τελετές συνεχίζονταν, υπήρχε μια εξαντλημένη νέα γυναίκα που χρειαζόταν επειγόντως φροντίδα.

Ο θάνατός της οδήγησε σε ποινική διαδικασία. Το 1978, οι γονείς της και οι δύο ιερείς καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε έξι μήνες φυλάκισης με αναστολή. Η υπόθεση απέκτησε έτσι μια πολύ συγκεκριμένη ανθρώπινη και δικαστική διάσταση: τέσσερις άνθρωποι κρίθηκαν υπεύθυνοι για τον θάνατό της. Όσο κι αν γύρω από την Ανελίζε αναπτύχθηκε ένας ολόκληρος μύθος, αυτή η καταδίκη παραμένει βασικό κομμάτι της πραγματικής ιστορίας.

Το 2005, ο Σκοτ Ντέρικσον μετέφερε στοιχεία της υπόθεσης στον «Εξορκισμό της Έμιλι Ρόουζ», συνδυάζοντας την ταινία τρόμου με το δικαστικό δράμα. Στο κινηματογραφικό έργο, μια δικηγόρος, την οποία υποδύεται η Λόρα Λίνεϊ, αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός ιερέα, τον οποίο ερμηνεύει ο Τομ Γουίλκινσον, μετά τον θάνατο μιας νεαρής γυναίκας κατά τη διαδικασία εξορκισμού. Η ταινία αξιοποιεί την αβεβαιότητα, τις τρομακτικές εικόνες και την αγωνία του θεατή. Ως μυθοπλασία, όμως, χρειάζεται να διαβάζεται χωριστά από τα καταγεγραμμένα γεγονότα της ζωής της Μίχελ.

 

 

Η αληθινή υπόθεση σε αφήνει με μια διαφορετική ανησυχία από εκείνη του σινεμά. Σε βάζει να σκεφτείς πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η βεβαιότητα ότι έχεις ήδη όλες τις απαντήσεις. Πώς ερμηνεύεις κάθε επιδείνωση με τρόπο που επιβεβαιώνει όσα πιστεύεις, αντί να αναζητήσεις βοήθεια. Και πόσο εύκολα ένας άνθρωπος που υποφέρει μπορεί να χαθεί πίσω από την ιστορία που έχουν φτιάξει οι άλλοι για εκείνον.

Η Ανελίζε Μίχελ ήταν 23 ετών. Είχε ένα όνομα, σπουδές και μια ζωή που θα μπορούσε να συνεχιστεί πέρα από το δωμάτιο όπου πραγματοποιούνταν οι τελετές. Σήμερα, το όνομά της εμφανίζεται συχνά δίπλα σε λίστες με τις πιο τρομακτικές «αληθινές ιστορίες». Αξίζει, όμως, να τη θυμόμαστε και έξω από αυτή την ταμπέλα. Γιατί η πιο ανατριχιαστική πλευρά της υπόθεσής της είναι απολύτως ανθρώπινη: άνθρωποι προσπαθούσαν να διώξουν κάτι που πίστευαν ότι βρισκόταν μέσα της, ενώ η ίδια έσβηνε μπροστά τους.