Κάποτε το να κλείσεις τα 18 σήμαινε ότι άνοιγε μπροστά σου ο κόσμος. Σπουδές, δουλειά, ένα μικρό σπίτι, λογαριασμοί που θα πλήρωνες μόνος σου και εκείνη η πρώτη αίσθηση πως η ζωή σού ανήκει πραγματικά. Σήμερα, για χιλιάδες νέους στην Ελλάδα, η ενηλικίωση έρχεται κανονικά, αλλά η ανεξαρτησία αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Eurostat, οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,9 έτη, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στα 26,3. Μόνο στην Κροατία οι νέοι φεύγουν αργότερα, στα 31,5 έτη, ενώ την ίδια επίδοση με την Ελλάδα καταγράφει και η Σλοβακία. Ένας αριθμός που από μόνος του μοιάζει απλώς στατιστικός, μέχρι να σκεφτείς πόσες ζωές κρύβονται πίσω του. (Eurostat)
Είναι ο 29χρονος που εργάζεται κανονικά, αλλά ο μισθός του δε φτάνει για ενοίκιο, λογαριασμούς και σούπερ μάρκετ. Είναι η 32χρονη που θέλει τον δικό της χώρο, αλλά δεν μπορεί να δίνει σχεδόν ολόκληρο τον μισθό της για ένα μικρό διαμέρισμα. Είναι το ζευγάρι που θα ήθελε να συγκατοικήσει, να κάνει σχέδια και ίσως να αποκτήσει παιδί, αλλά αναγκάζεται πρώτα να υπολογίσει αν περισσεύουν χρήματα ακόμη και για τα βασικά.
Κι όμως, εξακολουθούμε να μιλάμε για μια γενιά που «δεν ξεκολλάει από τους γονείς της», που φοβάται τις ευθύνες ή έχει μάθει να τα βρίσκει όλα έτοιμα. Είναι πάντα πιο εύκολο να κατηγορείς τους νέους ότι δεν ενηλικιώνονται, αντί να παραδεχτείς πως τους ζητάς να χτίσουν μια ζωή με μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για τα θεμέλιά της.
Οι περισσότεροι δε μένουν στο πατρικό τους επειδή περνούν τόσο υπέροχα στο παιδικό τους δωμάτιο. Μένουν γιατί ένα ενοίκιο μπορεί να καταπιεί το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους. Γιατί μια βλάβη στο αυτοκίνητο, ένας λογαριασμός ρεύματος ή ένα έκτακτο ιατρικό έξοδο αρκεί για να διαλύσει ολόκληρο τον προϋπολογισμό τους. Γιατί ακόμη και όταν εργάζονται πλήρως, η δουλειά τους δεν τους εξασφαλίζει πλέον το αυτονόητο: να μπορούν να ζήσουν μόνοι τους.
Και αυτή η αδυναμία δεν κοστίζει μόνο σε χρήματα. Κοστίζει σε προσωπικό χώρο, σε σχέσεις που δεν μπορούν να εξελιχθούν, σε σχέδια που μεταφέρονται συνεχώς για «όταν τα πράγματα γίνουν καλύτερα». Κοστίζει στην ψυχική υγεία, στην αυτοεκτίμηση και στην αίσθηση ότι, όσο κι αν προσπαθείς, παραμένεις στάσιμος. Ακόμη και μέσα στις πιο αγαπημένες οικογένειες, η αναγκαστική συμβίωση ενηλίκων δημιουργεί περιορισμούς και εντάσεις. Γιατί άλλο είναι να επιλέγεις να μένεις με τους γονείς σου και άλλο να μην έχεις τη δυνατότητα να φύγεις.
Ύστερα απορούμε γιατί οι νέοι καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια, γιατί γεννιούνται λιγότερα παιδιά και γιατί τόσοι άνθρωποι εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας μια αξιοπρεπή ζωή αλλού. Σαν να μπορεί κάποιος να σχεδιάσει το μέλλον του όταν δεν έχει ούτε έναν χώρο που να μπορεί να αποκαλέσει δικό του.
Το γεγονός ότι οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό λίγο πριν από τα 31 δεν αποτελεί απόδειξη ανωριμότητας. Είναι η απόδειξη μιας κοινωνίας που έκανε την αυτονομία πολυτέλεια και την ενηλικίωση οικονομικό προνόμιο.
Το πραγματικά θλιβερό, λοιπόν, δεν είναι ότι στα 30 τους οι νέοι εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους. Είναι ότι εργάζονται, προσπαθούν, κάνουν υπομονή και παρ’ όλα αυτά δεν έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάτι διαφορετικό.