Δε σου άρεσε η μουσική του Μαζωνάκη; Δε χρειάζεται. Δεν κατάλαβες γιατί έκλαψαν τόσοι άνθρωποι; Ούτε αυτό χρειάζεται. Το πρόβλημα αρχίζει όταν από το «δε μου αρέσει» περνάς στο «δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να τον αγαπάτε». Γιατί εκεί δεν κρίνεις πια τη μουσική. Βάζεις τον πόνο των άλλων να απολογηθεί για το γούστο σου.

Η Αφροδίτη Μάνου έγραψε ότι δε γνώριζε τον Γιώργο Μαζωνάκη ούτε το έργο του και χαρακτήρισε το λαϊκό προσκύνημα προς τιμήν του «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών».

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας απάντησε με δημόσια ανάρτηση, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν ήταν πως η Μάνου δεν γνώριζε τον καλλιτέχνη, αλλά ότι έκρινε τη συγκίνηση των ανθρώπων που τον αγαπούσαν. «Η αγάπη του κόσμου δεν μπαίνει σε εξετάσεις αισθητικής», έγραψε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι η τέχνη δεν ανήκει σε μια ελίτ, αλλά στους ανθρώπους που τη ζουν. Όπως ανέφερε, ο κόσμος δεν πήγε να προσκυνήσει ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος, αλλά να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο που τον είχε συντροφεύσει στις χαρές, στους χωρισμούς, στις παρέες και στις μοναξιές του. Και χαρακτήρισε την προσπάθεια απαξίωσης του πένθους των άλλων όχι πολιτισμό, αλλά αλαζονεία. Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη: άλλο η προσωπική αισθητική και άλλο η υποτίμηση της αγάπης του κόσμου.

Και κάπως έτσι, μια συζήτηση για το μουσικό γούστο έγινε συζήτηση για το ποιος θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να ορίζει την αξία της συγκίνησης των άλλων.

Μετά τις αντιδράσεις, η Αφροδίτη Μάνου έκανε νέα ανάρτηση για να εξηγήσει τι εννοούσε. Ξεκαθάρισε ότι η ανατροφή, ο χαρακτήρας και η ευαισθησία της δε θα της επέτρεπαν να στραφεί εναντίον ενός ανθρώπου που μόλις είχε πεθάνει και τόνισε ότι δεν έχει τίποτα με τον Γιώργο Μαζωνάκη. Μόνο που κανείς δεν είπε ότι είχε προσωπικό πρόβλημα μαζί του. Αυτό που της καταλογίστηκε ήταν ότι χρησιμοποίησε τον δημόσιο αποχαιρετισμό του για να σχολιάσει την «κατάντια» της πολιτιστικής ζωής και, μαζί με αυτήν, τους ανθρώπους που θέλησαν να τον αποχαιρετήσουν.

Αντί να σταθεί σε αυτό, η Μάνου απέδωσε τις αντιδράσεις σε λειτουργικό αναλφαβητισμό, φθόνο, φανατισμό, ιδεολογική τύφλωση και εχθρότητα. Με λίγα λόγια, δεν ήταν άστοχη η ανάρτηση. Εμείς δεν ξέρουμε να διαβάζουμε. Εξήγησε, επίσης, ότι είχε συμμετάσχει δύο φορές σε λαϊκό προσκύνημα μέσα στη χούντα, στις κηδείες του Γιώργου Σεφέρη και του Γεωργίου Παπανδρέου, και ότι αυτές οι εμπειρίες αποτελούν το δικό της μέτρο σύγκρισης. Ολοκλήρωσε, μάλιστα, ειρωνικά, γράφοντας πως τα φανταζόταν διαφορετικά, «η χαζή». Η νέα της ανάρτηση, αντί να αποσύρει τη σύγκριση, την έκανε ακόμη πιο σαφή.

Δε συζητάμε ποιος έκανε καλύτερη μουσική ούτε αν η κηδεία του Μαζωνάκη είχε την ιστορική και πολιτική βαρύτητα της κηδείας του Σεφέρη. Συζητάμε από πότε ο αποχαιρετισμός ενός ανθρώπου βαθμολογείται με κριτήριο το ρεπερτόριό του ή συγκρίνεται υποχρεωτικά με τις μεγάλες στιγμές της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Σαν να πρέπει ο νεκρός να περάσει πρώτα από το δικό σου πικάπ και η κηδεία του από το προσωπικό σου ιστορικό αρχείο, για να δικαιούνται οι άλλοι να κλάψουν.

Η τέχνη δεν αποκτά αξία μόνο όταν την εγκρίνουν όσοι ξέρουν να την εξηγούν. Μερικές φορές αποκτά θέση μέσα μας πριν καν μάθουμε να λέμε γιατί. Και στο τέλος, όταν χάνεται η φωνή που τη συνόδευε, δε θρηνούμε μόνο έναν δημόσιο άνθρωπο. Θρηνούμε κι ένα μικρό κομμάτι από τη δική μας ζωή που ακουγόταν μαζί του. Αυτό προσπάθησε να εξηγήσει ο Τσαφούλιας όταν έγραψε ότι η τέχνη δεν ανήκει σε μια ελίτ, αλλά στον κόσμο που τη ζει. Οι άνθρωποι που πήγαν να αποχαιρετήσουν τον Μαζωνάκη δεν ισχυρίστηκαν ότι συμμετείχαν σε κάποια αντιδικτατορική πράξη. Δεν προσπάθησαν να συγκρίνουν τον τραγουδιστή με τον Σεφέρη ούτε ζήτησαν να ενταχθεί η κηδεία του στα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα της χώρας.

Πήγαν επειδή κάτι δικό τους είχε δεθεί με τη φωνή του.

Άλλο να λες «δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω» κι άλλο να χρησιμοποιείς τους ανθρώπους που πενθούν ως απόδειξη πολιτιστικής παρακμής. Το πρώτο είναι κριτική στην τέχνη ή στη δημόσια διαχείριση ενός θανάτου. Το δεύτερο είναι κρίση για ανθρώπους που δε σου ζήτησαν να τους αξιολογήσεις. Γιατί οι άνθρωποι που περίμεναν να αποχαιρετήσουν κάποιον δεν κατέθεταν υποψηφιότητα για βραβείο καλού γούστου. Δε χρωστούν σε κανέναν μια πιο εκλεπτυσμένη εξήγηση. Ούτε χρειάζεται να αλλάξουν τραγούδι ή να βρουν έναν πιο «ιστορικό» νεκρό για να γίνει ο πόνος τους αποδεκτός.

Είναι αυτονόητο ότι οι ύβρεις και οι προσωπικές επιθέσεις που δέχθηκε η Αφροδίτη Μάνου δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Η χυδαιότητα δεν αποτελεί κριτική. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που διαφώνησε μαζί της πάσχει από λειτουργικό αναλφαβητισμό ή ιδεολογική τύφλωση. Μερικές φορές οι άνθρωποι δε διάβασαν «άλλα» από αυτά που έγραψες. Διάβασαν ακριβώς αυτά που έγραψες και διαφώνησαν. Και αν χρειάζεται μια δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη ανάρτηση για να εξηγήσεις ότι η πρώτη δεν εννοούσε αυτό που κατάλαβαν σχεδόν όλοι, ίσως το πρόβλημα να μην είναι αποκλειστικά οι αναγνώστες.

Δεν είναι υποχρεωτικό να συγκινηθείς. Δεν είναι καν υποχρεωτικό να καταλάβεις. Αλλά όταν ένας άνθρωπος αποχαιρετά, δεν χρειάζεται να σου αποδείξει ότι αυτός που έχασε ήταν αρκετά σπουδαίος για να αξίζει τα δάκρυά του. Η κηδεία του Σεφέρη υπήρξε μια ιστορική στιγμή αντίστασης. Ο δημόσιος αποχαιρετισμός του Μαζωνάκη ήταν κάτι διαφορετικό. Δε χρειάζεται να ακυρώσουμε το ένα για να σεβαστούμε το άλλο, ούτε να βάλουμε τις δύο στιγμές να διαγωνιστούν για το ποια δικαιούται να συγκεντρώσει περισσότερο κόσμο και αν αυτός ο κόσμος δικαιούται να συγκινηθεί.

Συντάκτης: Virtual Unreality