Ήρθε η στιγμή να ανοίξεις τα φτερά σου και να αφήσεις πίσω την φωλιά που σε ανέθρεψε. Ήρθε η ώρα να φύγεις από το σπίτι που μεγάλωσες. Με ότι συνεπάγεται αυτό. Πιθανόν κάπου στην εφηβεία όταν όλα τα ένιωθες να σε πολεμάνε και όλοι να είναι εναντίον σου και να μην σε καταλαβαίνουν. Αυτήν την στιγμή να την ευχηθηκες πολλές φορές και τώρα ήρθε η ώρα.

Συνειδητοποιείς πως δεν αφήνεις πίσω σου απλά τοίχους. Αλλά μία ζωή, αναμνήσεις και ένα δικό σου μοναδικό κομμάτι. Αυτοί οι φαινομενικά αψυχοι τοίχοι σε ξέρουν καλύτερα και από τους ίδιους σου τους γονείς. Σε είδαν να μεγαλώνεις, να κάνεις όνειρα, να χτυπάς με θυμό την πόρτα πίσω σου, σε άκουσαν να ουρλιάζεις από φόβο και απόγνωση αργά τα βράδια όταν κανείς άλλος δεν άκουγε. Σε είδαν να ερωτεύεσαι πρώτη φορά. Έχουν κρατήσει όλα σου τα μυστικά. Μέσα του αισθάνθηκες την σιγουριά ότι είσαι έτοιμος και τα έχεις όλα υπό έλεγχο (spoiler δεν τα είχες).

Υπήρχε απέραντος ενθουσιασμός. Ναι. Η σκέψη μίας νέας αρχής είναι πάντα δελεαστική. Αυτή η ελπίδα ότι όλα είναι πιθανά. Με τους δικούς μου κανόνες. Είχε μία γλυκιά αδρεναλίνη. Και αφού έφτασες ως εδώ μπορείς και παραπέρα. Αλλά ας μην λέμε ψέματα μαζί με τις φανταστικές ιδέες για καινούργια διακόσμηση υπάρχει και ένας φόβος. Ένας σιωπηλός που ούτε στο εαυτό σου δεν το παραδέχτηκες. Ένας φόβος για το άγνωστο και αν θα τα καταφέρεις. Ένας φόβος για την μη ύπαρξη της ασφάλειας που είχες μάθει μέχρι τώρα. Θα μπορείς πάλι όταν τα πράγματα δεν είναι καλά να κλείσεις την πόρτα, να χαθείς στο κρεβάτι σου και να κάνεις όνειρα από την αρχή; Θα είναι το ίδιο σε ένα άλλο δωμάτιο που δεν σε ξέρει όσο το παλιό; Αυτός ο φόβος ότι πλέον μεγαλώνεις πραγματικά και δεν έχει πισωγυρίσματα πλέον.

Το να φύγεις από το σπίτι που μεγάλωσες δεν είναι μια απλή μετακόμιση. Δεν είναι κούτες, φορτηγά και λίστες με πράγματα που «δεν θα χρειαστώ». Είναι μια σιωπηλή τομή στον χρόνο. Ένα πριν και ένα μετά που δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Την τελευταία μέρα περπατούσες μέσα στο σπίτι πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Σαν να ήθελες να αποτυπώσεις κάθε γωνία στο μυαλό μου. Το χερούλι της πόρτας, το φως που έμπαινε από το παράθυρο το απόγευμα, τον ήχο του πατώματος που έτριζε πάντα στο ίδιο σημείο. Πράγματα που κάποτε σε εκνεύριζαν και τώρα σου φαίνονταν σχεδόν ιερά. Γιατί το σπίτι αυτό έμαθε ποιος είσαι πριν ακόμα γίνεις αυτό το άτομο.

Και γιαυτό ήρθαν και οι τύψεις όχι τόσο γιατί φεύγεις. Αλλά για νιώθεις πως χρωστάς ένα ευχαριστώ και δεν ξέρεις αν το είπες αρκετές φορές. Κάποιες ενοχές σαν να προδίδεις τις στιγμές που σου χάρισε. Όταν γέμιζες κούτες κατάλαβες πως το σπίτι δεν ήταν απλά έπιπλα αλλά αναμνήσεις που μένουν ζωγραφισμενες στους τοίχους με παιδικούς μαρκαδόρους ακόμα και αν δεν τις βλέπει με τα μάτια πλέον κανείς. Είναι γέλια στο σαλόνι, ζεστά γεύματα στην τραπεζαρία, καυγάδες που στο τέλος έκαναν την οικογένεια πιο δεμένη.

Εσύ μπορεί να έφυγες από το σπίτι αλλά αυτό δεν έφυγε ποτέ από εσένα. Είναι εκεί στον τρόπο που στοίχησες τις ντουλάπες, στο πώς φτιάχνεις τον καφέ σου, στο πώς στρώνεις το κρεβάτι σου. Από το σπίτι σου δεν φεύγεις για να ξεχάσεις ποιος ήσουν αλλά για να μάθεις ποιος μπορείς να γίνεις. Η μέρα που έφυγες από το σπίτι που μεγάλωσες δεν είχε κάτι το κινηματογραφικό. Δεν έβρεχε, δεν έπαιζε μουσική στο background, δεν υπήρχε slow motion. Κι όμως, μέσα μου γινόταν χαμός.

Συντάκτης: Βαλάντου Σαρρή
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη