Ο σύγχρονος άνθρωπος, φοβάται να αντικρίσει τον εαυτό του κατάματα. Φοβάται τις αντιφάσεις, την οδύνη που γεννά η διαπίστωση ότι απ’ τον εσωτερικό του κόσμο δεν έχει απομείνει τίποτα να υπερασπίσει. Φοβάται την περισυλλογή. Έτσι αποφασίζει, πως είναι προτιμότερο να συνεχίσει τη ζωή του στον «αυτόματο» και να γίνει ένα με την κατάσταση της υπάρχουσας εποχής.

Στην εποχή του «φαίνεσθαι», στην εποχή της μαρκίζας. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής, είναι η προώθηση συγκεκριμένων προτύπων που υπόσχονται την πολυπόθητη αποδοχή και κοινωνική επιτυχία.  Ραγδαίοι ρυθμοί ζωής, απογυμνωμένες -από κάθε ηθική αξία- κοινωνικές δομές, επιδερμικές διαπροσωπικές σχέσεις, αλλοτρίωση και φοβίες πάσης φύσεως. Πρόκειται για μία συνεχή «πλύση εγκεφάλου» στην οποία, ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι, υπόκεινται καθημερινά και προσπαθούν με υπερβολικά, θα έλεγα, μέσα να επιτύχουν, προκειμένου να συμβαδίσουν με τις κοινωνικές επιταγές.

Υψηλές απαιτήσεις το κυνήγι του τέλειου, βλέπεις. Τρέχουν αγωνιωδώς προκειμένου να κερδίσουν την αποδοχή. Να είναι αυτοί το μεγάλο όνομα στη μαρκίζα.  Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που από ένα σημείο και μετά, παύουν να ακούν τις δικές τους ανάγκες.

Το βάθος γίνεται πλάτος, το επουσιώδες αντικαθιστά το ουσιώδες, το πνεύμα ατονεί κι η ψυχή γεμίζει τενεκεδένια άδειων συναισθημάτων. Πνίγονται σε έναν κυκεώνα απαιτήσεων και περιορισμών με την εμμονή τους στην «τέλεια» εικόνα.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που λατρεύουν την εξουσία. Θεωρούν, αυτόν τον τρόπο, μοναδικό για να πείσουν τον εαυτό τους, απ’ τη μία μεριά, πως είναι κάτι σημαντικό και τους γύρω τους, απ’ την άλλη, ότι δεν πρέπει να τους βλέπουν σαν απλούς ανθρώπους, αλλά σαν κάτι εξαιρετικό.

Είναι η στιγμή αυτή, που το όνομά τους το βλέπουν πια στη μαρκίζα. Έφτασε, λοιπόν, η πολυπόθητη στιγμή της επιτυχίας. Έφτασε η στιγμή, να αποδείξουν ότι δεν είναι τυχαίοι. Μόνο που μια τέτοια αντίληψη πηγάζει από ναρκισσιστικά συμπλέγματα που κι αυτά υποκρύπτουν συμπλέγματα κατωτερότητας. Λατρεύουν να άρχονται, να διατάζουν, να φέρονται σαν εξουσιομανείς, με την έννοια ότι η εξουσία τους έχει γίνει έμμονη ιδέα.

Παρά το γεγονός ότι όλη την κυνηγούν, το να διαχειριστείς την εξουσία δε θεωρείται εύκολο έργο. Αντίθετα, οι περισσότεροι από αυτούς που μπαίνουν σε αυτό το τριπάκι ή παραφρονούν ή αποκτηνώνονται.

Φέρνουν στη μνήμη τους προκατόχους της και σκέφτονται τον εαυτό τους όταν ήταν οι ίδιοι έρμαιό της. Μοιάζει με μια μορφή εκδίκησης, λόγω της υπεροχής της, μόνο που δε σκέφτονται πως «αυτός που εξουσιάζει τους άλλους έχει ισχύ ενώ αυτός που εξουσιάζει τον εαυτό του έχει δύναμη». Αυτό, κάπου μας διαφεύγει.

Λένε πως η εξουσία διαφθείρει κι η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απολύτως. Φαίνεται πως οι καρέκλες (για τις οποίες γίνεται τόσος λόγος) γεννούν, τις περισσότερες φορές, ένστικτα και συμπεριφορές ξένες, μέχρι τώρα, γι’ αυτούς. Προτιμούν να τους φοβούνται, γιατί πιστεύουν ότι μέσα απ’ τον φόβο δημιουργείται ο σεβασμός ενώ ξεχνούν πως τα όρια καθορίζονται με την ελευθερία. Δε θέλουν να το πιστέψουν αυτό. 

Όλοι τους έχουμε γνωρίσει, τους έχουμε συναντήσει και κάποιοι ζουν μαζί τους χρόνια. Ακόμη, μερικοί από αυτούς, ίσως να ανήκουν στην ίδια μας την οικογένεια, την άμεση ή ευρύτερη, στη λίστα με τους παιδικούς μας φίλους ή ακόμη και σε αυτή με αυτούς που ερωτευτήκαμε ή συνεργαζόμαστε ή συνεργαστήκαμε. 

Κάθε μέρα τους βλέπουμε. Και κάθε μέρα γνωρίζουμε και κάτι άλλο με αυτούς. Μια άλλη πτυχή τους. Και κάθε φορά είναι σαν να έρχεσαι σε επαφή μαζί τους, πρώτη φορά.

Είναι κάπως «ιδιαίτεροι» όσοι έχουν μια μορφή εξουσίας, όποιου βεληνεκούς. Ξέρεις ότι σου κρύβουν πράγματα, αλλά το βασικό είναι πως ό,τι και να συζητήσεις μαζί τους πρέπει να το φιλτράρεις στο δεκαπλάσιο απ’ ο,τι συνήθιζες. Είναι τολμηρό, αλλά δε σε ικανοποιεί το γεγονός ότι αναγνωρίζεις τις δυνάμεις σου;

 

Επιμέλεια Κειμένου Ιωάννας Καμπουρίδου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Ιωάννα Καμπουρίδου