Είναι γνωστό πως οι νέοι φοβούνται να δεθούν με τα πάντα. Αν όμως είσαι ο τολμηρός της παρέας και μπαίνεις στον χορό του σύγχρονου dating, το μόνο σίγουρο είναι ότι ένα heartbreak το έχεις στο τσεπάκι σου, ενώ θα σου χτυπήσει την πόρτα πριν καλά-καλά γνωρίσεις τον άλλο. Και θα μου πείτε, αφού ξέρουμε από πριν τι μας περιμένει, γιατί επιμένουμε να το κάνουμε; Παιδιά, τι νόημα θα είχε η ζωή μας χωρίς τον έρωτα και το flirt – όσο φλερτάρει δηλαδή η νέα γενιά; Αποφασίζουμε λοιπόν να το «παίξουμε» θαρραλέοι, ακόμα κι όταν γνωρίζουμε από πριν ότι ένα ghosting μας περιμένει στη γωνία.

Γιατί όμως τόσο άγχος, βρε παιδιά; Άγχος να μην ανοιχτείς πολύ, άγχος να μην πεις κάτι λάθος, άγχος να μην σε συνεπάρει ο άλλος με τα λόγια του, άγχος γενικότερα «μη δεθείς πολύ». Spoiler alert: θα πληγωθείς έτσι κι αλλιώς! Μα είναι λες και υπάρχει μια συγκεκριμένη συνταγή για το σύγχρονο dating κι εμείς κάνουμε τα αδύνατα δυνατά να την ακολουθήσουμε κατά γράμμα. Ελάτε όμως που τα πράγματα στην πραγματική μας ζωή διαφέρουν κατά πολύ. Θα ανοιχτείς σε κάποιον άγνωστο γιατί ένιωσες οικειότητα, θα πεις τα λάθος πράγματα – συνήθως στα λάθος άτομα –, θα συναντήσεις ανθρώπους που σε μαγέψουν μόνο με τα λόγια τους και, ναι, θα δεθείς και δε θα ξεκολλάς! Δε στο χαλάω, σε προσγειώνω στο σήμερα. Γι’ αυτό και ρωτώ: γιατί τόσο άγχος;

Θα μου πείτε, όντας single είμαι πιο ήρεμος. Λογικό! Έχεις μόνο ένα πρόβλημα: να ερωτευτείς. Αλλά όταν ερωτευτείς, εκεί ξεκινούν και τα προβλήματα. «Το διάβασε, γιατί δεν απαντά;», «Με άφησε στο διαβάστηκε», «Πώς θα κρατήσω το ενδιαφέρον;» και άλλες τόσες σκέψεις που στο τέλος σε πνίγουν.

Ξέρετε κάτι, όμως; Ζούμε στην εποχή του «δε ξέρουμε τι είμαστε», ή μάλλον «είμαστε κάτι ενδιάμεσο», κι αυτό είναι πιο τρομακτικό. Δεν είμαστε μόνοι, αλλά δεν είμαστε και μαζί. Μιλάμε κάθε μέρα, αλλά δε ρωτάμε «τι είμαστε». Νιώθουμε, αλλά κρατάμε φρένο. Και πάνω απ’ όλα, έχουμε έναν μόνιμο φόβο να αιωρείται: μη δεθώ πολύ. Πάμε από situationship σε situationship κι αυτό το θεωρούμε και φυσιολογικό. Έχουμε μάθει να ζούμε πίσω από οθόνες, μα δεν είναι η πραγματική επαφή που μας φοβίζει. Είναι το βάθος. Όχι γιατί δεν το θέλουμε, αλλά γιατί έχουμε μάθει ότι το βάθος κοστίζει. Όσο περισσότερο δένεσαι, τόσο πιο εκτεθειμένος γίνεσαι. Κι εμείς μεγαλώσαμε σε μια εποχή που μας έμαθε να είμαστε προσεκτικοί με το συναίσθημα, να μη «χάνουμε τον εαυτό μας», να μην επενδύουμε αν δεν είμαστε σίγουροι. «Δε θα σου ανοίξω όλα μου τα χαρτιά, γιατί ξέρω ότι θα τα εκμεταλλευτείς και στο τέλος θα με πληγώσεις».

Και κάπου εκεί γεννήθηκε αυτό το περίεργο άγχος. Να θέλεις κάποιον, αλλά να μην το αφήνεις να φανεί πολύ. Να χαίρεσαι την οικειότητα που πάει να δημιουργηθεί, αλλά να κρατάς ένα εσωτερικό «exit plan». Να σκέφτεσαι «αν φύγει, να μην πονέσω». Και σιγά-σιγά, χωρίς να το καταλάβεις, δεν αποφεύγεις μόνο τον πόνο. Αποφεύγεις και τη σύνδεση.

Το «μην δεθώ πολύ» δεν είναι αδιαφορία, και αυτό είναι ως έναν βαθμό κατανοητό. Γιατί; Επειδή είναι αυτοπροστασία. Είναι το αποτέλεσμα σχέσεων που τελείωσαν άδοξα, ανθρώπων που έφυγαν χωρίς εξηγήσεις, συναισθημάτων που δεν ανταποδόθηκαν. Είναι το σώμα μας που θυμάται πριν καν το μυαλό προλάβει να σκεφτεί. Και κάθε φορά που κάτι πάει να γίνει πιο σοβαρό, χτυπάει το εσωτερικό καμπανάκι: πρόσεχε, όχι τόσο κοντά!

Κι έτσι καταλήγουμε να ζούμε σε αυτή τη γκρίζα ζώνη. Δε ζητάμε περισσότερα, για να μη φανεί ότι «κολλάμε». Δεν εκφραζόμαστε πλήρως, για να μη δώσουμε δύναμη στον άλλον. Δε μιλάμε για φόβους, για ανάγκες, για προσδοκίες. Γιατί αν τα πούμε, τότε παραδεχόμαστε ότι κάτι μας νοιάζει. Και το να μας νοιάζει, σήμερα, μοιάζει ρίσκο.

Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να μη δεθούμε, τόσο πιο άδεια νιώθουμε. Γιατί οι σχέσεις χωρίς βάθος μπορεί να είναι ασφαλείς, αλλά είναι και μοναχικές. Δεν πληγώνεσαι εύκολα, αλλά ούτε γεμίζεις. Δεν πονάς πολύ, αλλά δεν ακουμπάς και κανέναν πραγματικά. Νιώθεις ένα κενό, το οποίο δεν μπορείς να το γεμίσεις ουσιαστικά.

Ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι δε θέλουμε να δεθούμε. Είναι ότι θέλουμε να δεθούμε χωρίς να ρισκάρουμε. Και αυτό, απλώς, δε γίνεται. Η σύνδεση από τη φύση της είναι έκθεση. Δεν υπάρχει τρόπος να αγαπήσεις, να ανοιχτείς, να μοιραστείς, χωρίς να αφήσεις ένα κομμάτι σου απροστάτευτο. Και κάπου εκεί κρύβεται και όλη η μαγεία. Να «ξεγυμνώνεσαι» στον άνθρωπό σου και να ξέρεις ότι είσαι προστατευμένος.

Δε σημαίνει ότι πρέπει να πέφτουμε με τα μούτρα. Σημαίνει, όμως, ότι το «κάτι ενδιάμεσο» δεν μπορεί να είναι ο μόνιμος προορισμός. Γιατί όσο μένουμε εκεί, ούτε φεύγουμε ούτε μένουμε. Απλώς αιωρούμαστε, περιμένοντας να νιώσουμε ασφάλεια χωρίς να τη δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι.

Ίσως τελικά το πιο γενναίο πράγμα στο σύγχρονο dating δεν είναι να δείχνεις αδιάφορος. Είναι να παραδέχεσαι ότι μπορεί να δεθείς. Ότι μπορεί να πληγωθείς. Ότι μπορεί να αξίζει, ακόμα κι αν δεν κρατήσει για πάντα. Γιατί το άγχος «μη δεθώ» είναι αυτό που σε κρατάει πίσω από όλα τα ωραία που περιμένεις να σου συμβούν. Ε, λοιπόν, σκέφτηκες ποτέ πώς θα έρθουν αν δεν τα κυνηγήσεις;

Γιατί στο τέλος, αυτό που μας κουράζει περισσότερο δεν είναι το δέσιμο. Είναι η μόνιμη προσπάθεια να το αποφύγουμε.

 

 

 

 

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου