H Άννα Μετόχη αναλύει τη σημαντικότητα της έλξης στη σχέση. Δες το άρθρο εδώ!

r525

Τι είναι αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε πως με όσα περισσότερα ασχολούμαστε ταυτόχρονα τόσο πιο αποδοτικοί είμαστε; Πολλοί είναι αυτοί που επαινούν κάποιον που μπορεί συγχρόνως να μιλά, να βλέπει τηλεόραση και παραδείγματος χάριν να διαβάζει ή να ασχολείται με ένα project, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκθειάζουν τον ίδιο τους τον εαυτό γι’ αυτό τους το ταλέντο, λέγοντας τα «Μη με φοβάσαι εμένα, το ‘χω».

Πράγματι είναι αξιέπαινο και θαυμαστό να μπορείς να καταπιάνεσαι με πολλά πράγματα συγχρόνως και να παραμένεις συγκεντρωμένος σε όλα. Αυτό σημαίνει πως μπορείς να απομονώνεις ήχους, εικόνες και λέξεις τη στιγμή που ασχολείσαι με ένα από τα πολλά, ενώ το επόμενο λεπτό είσαι ικανός να στρέψεις την προσοχή σου σε ένα από τα υπόλοιπα. Μπορεί κι εγώ που αυτήν τη στιγμή γράφω αυτό το άρθρο ή κι εσύ που το διαβάζεις, να ακούς παράλληλα μουσική σε άλλη καρτέλα, να συνομιλείς με κάποιον σε ένα ανοιχτό τσατ παραδίπλα και να έχεις τηλεόραση ανοιχτή στο αγαπημένο σου πρόγραμμα ενώ ταυτόχρονα έχεις και το νου σου στο φαΐ μην αρπάξει. Μήπως, όμως, τελικά όσο κι αν πιστεύουμε, ισχυριζόμαστε ή βλέπουμε εκ του αποτελέσματος ότι τα καταφέρνουμε, δεν είμαστε όσο αποδοτικοί νομίζουμε;

Σίγουρα αυτό δεν είναι εμφανές όταν ασχολούμαστε με απλές καθημερινές εργασίες ρουτίνας, όπως όταν ελέγχουμε το φαγητό, ενώ παράλληλα σιδερώνουμε και βλέπουμε τηλεόραση. Όταν, όμως, μιλάμε για σοβαρές υποχρεώσεις, όπως αυτές που αφορούν την εργασία μας ή όταν βρισκόμαστε στο περιβάλλον αυτής και καλούμαστε να τις διεκπεραιώσουμε, τότε δεν είμαστε όσο παραγωγικοί θεωρούμε.

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να εστιάσουμε την προσοχή μας αποκλειστικά και μόνο σε ένα κομμάτι. Όσα περισσότερα κάνουμε, τόσo περισσότερο μειώνουμε την ικανότητα του μυαλού μας να συγκεντρωθεί και να μάθει. Όταν ο εγκέφαλος συνηθίζει να ασχολείται με πολλά πράγματα συγχρόνως, μαθαίνει να βολεύεται στην επιφάνειά τους και δεν εμβαθύνει σε κανένα από αυτά. Σαν να λες πως ταξίδεψες σε μια πόλη επειδή έφτασες μέχρι τη στάση του λεωφορείου της. Αυτό που συμβαίνει είναι πως το μυαλό ουσιαστικά πηδάει μεταξύ των εργασιών λες και του έχεις βάλει κάποιο μικρό ελατήριο, εστιάζοντας εν συντομία σε ένα από αυτά. Συγκεντρώνεται ουσιαστικά περισσότερο στη διαδικασία εναλλαγής, παρά στα θέματα τα ίδια. Παράλληλα, ο εγκέφαλός μας καταστρέφεται, γεγονός που έχει αποδειχθεί κι επιστημονικά. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Sussex, απέδειξε πως τα άτομα που ασχολούνταν τακτικά με πολλαπλές εργασίες, είχαν χαμηλότερη εγκεφαλική πυκνότητα στην περιοχή του εγκεφάλου τους που συνδέεται με την ενσυναίσθηση, το γνωστικό και το συναισθηματικό έλεγχο.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι όταν λέμε καμιά φορά πως «καίμε τον εγκέφαλό μας» το εννοούμε λίγο πιο κυριολεκτικά από όσο υπολογίζαμε. Οι ίδιοι μειώνουμε επί της ουσίας την αποδοτικότητά μας. Πόσες φορές όταν αφήσαμε κάτι στη μέση για να ασχοληθούμε με κάτι άλλο, επιστρέφοντας σε αυτό δε χρειάστηκε να επαναλάβουμε κάποια κομμάτια που ίσως είχαμε ξεχάσει; Δεν το λες και πολύ παραγωγικό αυτό. Άρα και η δουλειά μας δε γίνεται όσο σωστά θα έπρεπε κι εμείς πρέπει να ασχοληθούμε ξανά με αυτό που θεωρητικά είχαμε τελειώσει. Χρόνος και ενέργεια χαμένα στο βωμό μιας ικανότητας.

Αντίστοιχες αποδείξεις έχουν δοθεί και από τους ερευνητές του Στάνφορντ οι οποίοι συνέκριναν ανθρώπους με τάση για multitasking και πεπεισμένους πως αυτό βοηθά στην απόδοσή τους, με εκείνους που προτιμούν να ασχολούνται με ένα πράγμα τη φορά. Τα αποτελέσματα έφεραν την επιβεβαίωση. Οι multitaskers δεν ήταν τόσο παραγωγικοί, αφού δυσκολεύονταν να οργανώσουν τη σκέψη τους, να φιλτράρουν άσχετες πληροφορίες και να μεταβούν αργά και ομαλά από μια εργασία σε μια άλλη.

Βέβαια, στον αντίποδα όλων αυτών, έρχονται και έρευνες που αποδεικνύουν πως τα άτομα που ασχολούνται με πολλές μορφές μέσων παράλληλα, είναι καλύτερα στην ενσωμάτωση οπτικών και ακουστικών πληροφοριών. Οι βαριά multitaskers απέδωσαν καλύτερα σε μια εργασία οπτικής αναζήτησης όπου είχε συμπεριληφθεί ήχος, δείχνοντας ότι μπορούν να χειρίζονται καλύτερα την ενσωμάτωση των δύο πηγών αισθητηριακών πληροφοριών.

Επειδή, όμως, συνολικά το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών και υποχρεώσεων που φέρνουμε εις πέρας καθημερινά δεν έχει να κάνει με το συνδυασμό ήχου και εικόνας, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εν κατακλείδι κατά μέσο όρο η ικανότητα που τόσο πολύ εκθειάζουμε δε μας βοηθά τελικά να είμαστε αποδοτικοί και επιτυχημένοι. Άρα, λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να ασχοληθούμε με ένα πράγμα τη φορά, γιατί ίσως, όσο κι αν πιστεύουμε πως είναι πιο χρονοβόρο, να μας βοηθήσει να αποδώσουμε καλύτερα και πιο αποτελεσματικά, αναδεικνύοντας αυτό για το οποίο είμαστε πραγματικά ικανοί.

Συντάκτης: Γεωργία Ιορδανοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη