Πειράζει να χωθώ και σήμερα στην αγκαλιά σου;
Να κάνω πως δε μεγάλωσα,
πως μπορώ να τ’ αφήσω όλα πάνω σου
και να χαθώ στο παιχνίδι,
στη βόλτα,
σε ‘κείνο το πρώτο παγωτό χωνάκι του καλοκαιριού.
Τι κι αν είδα πάλι κάτι διαφορετικό
στο πρόσωπό μου;
Μια μικρή ρυτίδα στο μέτωπο,
και μια άσπρη τρίχα
ανάμεσα στα ξεβαμμένα καστανά μαλλιά μου
δε με άγχωσαν ακόμη.
Ίσως γιατί σαν με κοιτάς γίνομαι πάλι δεκαπέντε,
κι άλλοθι βρίσκω να κάνω λάθη
και να τρέχω σε σένα.
Δώσε μου μυρωδιές δικές σου,
και γεύσεις και ακούσματα να έχω συντροφιά όσο μεγαλώνω..
γιατί φοβάμαι κατά βάθος τι έχω γίνει.
Και σκέφτομαι λοιπόν, να κάνω στάσεις συνέχεια δίπλα σου,
να τρώω, να κοιμάμαι
να ρωτάω, να μαθαίνω.
Γιατί δεύτερη νιότη δεν έχει.
Το ξέρω καλά.
Και είναι που μαζί μας προσπερνούν τα χρόνια.
Και στο τέλος της ημέρας
συλλογιέμαι πως τρέμω.
Τρέμω, πολύ.
Γιατί,
γερνάω, μαμά.
