Ο Ίμπον Μπερασατέγκι είναι 32 ετών και αποφάσισε να αφήσει το Σαν Σεμπαστιάν για ένα χωριό της Αστούριας με 18 κατοίκους.

Δεκαοκτώ.
Αν τσακωθεί με δύο, έχει χάσει το 11% του κοινωνικού του κύκλου.

Αγόρασε έναν παλιό στάβλο για να τον μετατρέψει σε σπίτι και πληρώνει για νερό 5 ευρώ τον χρόνο. Όχι τη μέρα. Όχι τον μήνα. Τον χρόνο. Γείτονάς του, μάλιστα, λέει ότι πληρώνει περίπου 17–18 ευρώ τον μήνα για ρεύμα.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Ibon Berasategui (@ibonberasa)

Κάπου εδώ ο Έλληνας αναγνώστης σταματάει.
Όχι επειδή είχε κρυφό όνειρο ζωής να μετακομίσει σε στάβλο στην Αστούρια. Αλλά επειδή τα 5 ευρώ τον χρόνο για νερό χρειάζονται λίγο χρόνο για να τα επεξεργαστείς.

Και μετά αρχίζει η φαντασίωση.
Χωριουδάκι. Φύση. Ησυχία. Κανένα μποτιλιάρισμα. Κανείς να κορνάρει επειδή άργησες 0,7 δευτερόλεπτα να ξεκινήσεις στο πράσινο. Κανείς από πάνω να μετακινεί έπιπλα στις έντεκα το βράδυ για λόγους που θα πάρει μαζί του στον τάφο.
Βέβαια, 18 κάτοικοι σημαίνει και κάτι άλλο.

Κακό χωριό τα λίγα σπίτια. Εδώ, κυριολεκτικά.

Οι άνθρωποι είναι αυτοί όλοι και όλοι. Οι παρέες είναι αυτές. Και το «δεν ταιριάξαμε, πάμε παρακάτω» έχει ένα μικρό πρακτικό πρόβλημα όταν το «παρακάτω» είναι ο ίδιος άνθρωπος τρία σπίτια πιο κάτω.

Ο Ίμπον είχε ακριβώς αυτόν τον φόβο: τη μοναξιά.

Γι’ αυτό και καθυστέρησε χρόνια να κάνει τη μετακόμιση. Τελικά την έκανε και σήμερα ζει εκεί μαζί με έναν φίλο του.

Και κάπου εδώ η ιστορία γίνεται λίγο πιο ενδιαφέρουσα από έναν τύπο που βρήκε φθηνό νερό.
Γιατί η ιδανική φαντασίωση μάλλον δεν είναι ούτε η μεγαλούπολη ούτε το χωριό των 18 κατοίκων.
Είναι να έχουμε τις επιλογές της πόλης χωρίς να έχουμε τα νεύρα της πόλης.
Θέατρο, σινεμά, φίλους, εστιατόρια, δουλειές, γιατρούς, μαγαζιά, ανθρώπους — αλλά χωρίς μποτιλιάρισμα, θόρυβο, ουρές και αποστάσεις.
Να τα έχουμε όλα.
Αλλά να μη μας κουράζει τίποτα.

Εκεί το πακέτο παρουσιάζει ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα.
Γιατί για να απολαύσει κάποιος όλες αυτές τις επιλογές χρειάζεται δύο πράγματα που δεν είναι απεριόριστα:
χρήματα και χρόνο.

Πόσο χρόνο χρειάζεται να δουλεύει για να κερδίζει τα χρήματα που απαιτεί η ζωή σε ένα μέρος που του προσφέρει τόσες δυνατότητες; Και πόσος χρόνος μένει μετά για να τις απολαύσει;
Δεν έχει μεγάλη σημασία να υπάρχουν δεκαπέντε υπέροχα εστιατόρια δίπλα σου, αν στο τέλος του μήνα μπορείς κυρίως να περνάς απ’ έξω.
Ούτε να έχεις χίλια πράγματα να κάνεις, αν φτάνεις Παρασκευή βράδυ και η πιο ειλικρινής επιθυμία σου είναι πιτζάμα και να μη σου μιλήσει άνθρωπος.
Από την άλλη, οι άνθρωποι χρειαζόμαστε ανθρώπους. Παρέες, σχέσεις, κουβέντα, επαφή, την αίσθηση ότι κάπου ανήκουμε. Η μοναξιά δεν γίνεται ξαφνικά wellness επειδή έχει ωραία θέα.
Μόνο που σήμερα η τεχνολογία έχει αλλάξει λίγο τους όρους. Μπορεί κάποιος να ζει μακριά από ένα μεγάλο αστικό κέντρο χωρίς να εξαφανιστεί από τον χάρτη. Να δουλεύει, να επικοινωνεί, να βλέπει ανθρώπους, να έχει πρόσβαση σε πράγματα και, όταν θέλει περισσότερη πόλη, να πηγαίνει στην πόλη.
Και μετά να επιστρέφει.

Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι «πόλη ή χωριό».
Να είναι να μάθουμε να είμαστε καλά και με τα πολλά και με τα λίγα.
Να απολαμβάνουμε τον κόσμο χωρίς να φοβόμαστε την ησυχία. Να έχουμε επιλογές, αλλά και χρόνο, χρήματα και διάθεση για να τις χαιρόμαστε. Και να μπορούμε να περάσουμε μια μέρα που δεν έγινε απολύτως τίποτα χωρίς να πιστέψουμε ότι χάσαμε τη ζωή.
Γιατί έχει μια μικρή ειρωνεία όλο αυτό.
Πληρώνουμε γυμναστήριο επειδή δεν περπατάμε.
Κατεβάζουμε εφαρμογές διαλογισμού για να μάθουμε να καθόμαστε δέκα λεπτά ήσυχοι.
Αγοράζουμε ακουστικά που απομονώνουν τον εξωτερικό θόρυβο επειδή γύρω μας έχει υπερβολικό θόρυβο.
Και οργανώνουμε Σαββατοκύριακα στη φύση για να ξεκουραστούμε από τη ζωή που οργανώσαμε ώστε να έχουμε τα πάντα δίπλα μας.
Ίσως τελικά ελευθερία να είναι να έχεις πολλές επιλογές — και να μπορείς πράγματι να τις απολαμβάνεις.
Ο Ίμπον πάντως έχει 18 συγχωριανούς, ησυχία και νερό με 5 ευρώ τον χρόνο.
Εμείς έχουμε delivery μέχρι τις δύο, γυμναστήριο για να περπατήσουμε, εφαρμογή για να αναπνεύσουμε και ακουστικά για να μην ακούμε την πόλη που διαλέξαμε επειδή «τα έχει όλα».
Εντάξει. Νομίζω είμαστε πάτσι.

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα