Article of the day: Η Σίσσυ Γεωργίου μας εξηγεί γιατί ο έρωτας είναι το κερασάκι στην τούρτα κι όχι η τούρτα ολόκληρη. Δες εδώ!

cederic-vandenberghe-21dp3hytvhw-unsplash

Βρικόλακας, μια λέξη τρομακτική, μακάβρια αλλά με μεγάλη ιστορία. Στο άκουσμά της σου έρχεται στο μυαλό μια λίμνη από ανθρώπινο αίμα και μια ψηλόλιγνη φιγούρα με μαύρη κάπα, χλωμό νεκρικό πρόσωπο και κοφτερούς κυνόδοντες. Είναι, όμως έτσι; Φυσικά κι όχι. Η μορφή αυτή του βρικόλακα γεννήθηκε από το γοτθικό μυθιστόρημα του Bram Stoker «Δράκουλας» το έτος 1897. Πού να το ήξερε ο μακαρίτης Βλάντ Τσέπες ο Γ’, ο αιμοδιψής ηγεμόνας της Τρανσυλβανίας με χόμπι τα παλουκώματα, πως θα μεταμορφωνόταν μέσα από τη λαογραφία σε αιμοδιψές βαμπίρ που έπαιρνε τη μορφή νυχτερίδας, αρουραίου, ομίχλης ή λύκου.

Ας αφήσουμε το αρχέτυπο του Ευρωπαϊκού βρικόλακα κι ας επικεντρωθούμε στις δικές μας ντόπιες καταστάσεις. Σύμφωνα λοιπόν με την αρχαία δύναμη της γνώσης του ίντερνετ, οι βρυκόλακες (ενίοτε «βρικόλακες») είναι δημιουργήματα της λαϊκής φαντασίας τα οποία στην ελληνική και χριστιανική ορθόδοξη παράδοση έχουν ποικίλα χαρακτηριστικά. Κατά τις διάφορες δοξασίες πρόκειται για σώματα νεκρών που εξέρχονται από τους τάφους τη νύχτα και μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές ζώων, ιδιαίτερα σκύλου ή κατσικιού με απώτερο σκοπό να φοβίσουν ή να ενοχλήσουν τους ζωντανούς συγγενείς τους ή και ξένους, περιφερόμενοι στους χώρους που κάποτε ζούσαν.

Υπάρχουν πάρα πολλοί μύθοι στον τόπο μας σχετικά με αυτούς. Βουρκόλακες ή Βριόκακες, Καταχανάδες ή Ζούλακες είναι μερικά από τα αμέτρητα ονόματά τους. Πίστευαν ότι βρικολάκιαζαν όσοι είχαν κάνει μεγάλα κακουργήματα, αυτοί που είχαν χτυπήσει τους γονείς τους, αυτοί που δεν τους συγχωρέσε ο παπάς ή αυτοί που όταν ήταν νεκροί τους δρασκέλισαν σκύλοι ή γατιά. Δρασκέλισμα, σ’ αυτή την περίπτωση είναι να περάσει με σάλτο πάνω από το άψυχο σώμα το αιλουροειδές ή ο σκύλος. Γι’ αυτούς τους λόγους φυλούσαν καλά το δωμάτιο του νεκρού μέχρι την ώρα που έπαιρναν τη σορό για να τη θάψουν.

Στην Σκύρο επίσης πίστευαν ότι βρικολάκιαζαν οι άταφοι κι οι άψαλτοι. Στη Θράκη, πίστευαν ότι βρικολάκιαζαν τα αβάφτιστα μωρά που δεν πρόλαβαν να λάβουν την ευλογία ενώ στα νησιά των Κυκλάδων πίστευαν ότι ο νεκρός θα βρικολακιάσει αν στο ψυχομάχημά του βλασφημήσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος εχθρός του. Επίσης, Βρικόλακες γίνονταν οι αγριοσκοτωμένοι, αυτοί που αδικήθηκαν ή ταλαιπωρήθηκαν στη ζωή τους κι οι αυτόχειρες.

Ο λαός πίστευε ότι ζωντάνευαν κάθε νύχτα εκτός Σαββάτου σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Το ρεπό των βρικολάκων διαφοροποιείται ως προς τις ημέρες. Δεν έβγαιναν τις νύχτες την Παρασκευή, ενώ στα Μεσόγεια της Αττικής έβγαιναν κάθε βράδυ, ενώ σε άλλες περιοχές δεν είχαν δικαίωμα να μείνουν έξω την Κυριακή. Αντίθετα στην Αμοργό, πίστευαν ότι έβγαιναν κι όταν υπήρχε ήλιος ακόμη. Η επιστροφή τους στον τάφο πίστευαν ότι γινόταν όταν λαλούσε τρεις φορές ο λευκός κόκορας. Όταν αυτό το απόκοσμο ον ξεπόρτιζε, εμφανιζόταν στον χώρο του νεκροταφείου όπου είχαν θαφτεί και καθόταν πάνω στον τάφο τους. Συνήθως, όμως, έφευγαν και πήγαιναν σε άλλα νεκροταφεία, ή έμπαιναν στο χωριό κι εισχωρούσαν σε σπίτια που δεν είχαν καντήλια, φως κι εικονοστάσι.

Οι «τυχεροί» που ισχυρίζονταν πως τους είχαν δει, έλεγαν πως είχαν ανθρώπινη μορφή. Άλλοι, ότι ήταν πολύ αδύνατοι, άλλοι ότι ήταν φωτιά, ή σκιά κι άλλοι ότι δε φαίνονταν γιατί ήταν αόρατοι. Τους φαντάζονταν με νύχια μεγάλα και γαμψά, μεγάλα χείλη και φουσκωτά μάτια. Οι ενέργειές τους πάνω στους ανθρώπους ήταν καταστροφικές. Στη Θράκη πίστευαν ότι εμφανίζονταν στα όνειρα των κοιμισμένων και τους δημιουργούσαν εφιάλτες κι έτσι, έπαιρναν και το ειδικό όνομα «Μόρα» ή «Βραχνάς». Στη Σκιάθο πίστευαν ότι γύρευαν να πιουν αίμα της γενιάς τους, ενώ στη Νίσυρο πίστευαν ότι κυνηγούσαν τις λεχώνες. Στη Λέσβο πίστευαν ότι έτρωγαν τα πτώματα κι έπιναν τα καντήλια των τάφων για να ξεδιψάσουν. Η περιπλάνησή τους, είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν και επάγγελμα. Το πιο γνωστό ήταν αυτό του παπουτσή, όπως αναφέρεται στις Σάμο, Θήρα, Μάνη.

Το Ελληνικό Βαμπίρ, προσπαθεί να μπει στα σπίτια από την πόρτα γι’ αυτό φωνάζει τα μεσάνυχτα το όνομα του νοικοκύρη. Γι’ αυτό αν κάποιος άκουγε το όνομά του, δε θα έπρεπε να μιλήσει. Αν δε μιλούσε έφευγε. Αν όμως απαντούσε, μύριες συμφορές έβρισκαν αυτόν και τους υπόλοιπους του σπιτιού. Έριχναν αρρώστιες κι έπνιγαν τους κοιμισμένους και τα βρέφη. Άλλες φορές τους δάγκωναν στον λαιμό και τους ρουφούσαν όλο το αίμα. Βέβαια, υπήρχε και η πεποίθηση ότι δεν πήγαιναν στα σπίτια τους που διέμενε η οικογένειά τους για μην να κάνουν κακό. Απλώς τα επισκέπτονταν για να δουν τους δικούς τους ή για να τελειώσουν δουλειές που είχαν αφήσει μισές.

Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις που εμφανίζονταν από το πουθενά ένας δήθεν Βρικόλακας. Αυτό ήταν μεγάλο δώρο για τους παράνομα ερωτευμένους. Μερικά ψεύτικα ουρλιαχτά ήταν αρκετά για να τρομοκρατήσουν και τους πιο τολμηρούς. Οι κάτοικοι τρομοκρατημένοι, κλείνονταν μέσα στα σπίτια τους με αποτελέσματα τα ερωτευμένα ζευγάρια ν’ απολαμβάνουν τον έρωτά τους χωρίς άγχος και περίεργα βλέμματα.

Ασβέστης, αλμυρό νερό, λάδι, ξύδι, σκόρδα, σταυρός, αγιασμός, μαυρομάνικα μαχαίρια, ξύλο ελιάς και ζεματιστό νερό λένε ότι είναι αποτελεσματικά όπλα εναντίον του Βρικόλακα. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος όμως για την πλήρη εξόντωσή του ήταν το κάρφωμα του λειψάνού του μ’ έναν λοστό. Αφαιρούσαν την καρδιά του, την έκαιγαν σε φωτιά και την ξανάθαβαν σε άλλο μέρος. Άλλες φορές. έβγαζαν την καρδιά και την έριχναν σε καυτό ξύδι που έβραζε σε μια κατσαρόλα δίπλα του. Σαφώς η βιαιότητα αυτή έφερε φαινόμενα παροξυσμού. Οι συγγενείς του άτυχου νεκρού μετά το κάψιμο της καρδιάς, αναλάμβαναν τον ρόλο να την τεμαχίσουν κι έτρωγε ο καθένας ένα κομμάτι για να μην πάθει κακό. Ο σκοταδισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Στο παλιό νεκροταφείο της Σαντορίνης οι περισσότεροι νεκροί είναι καρφωμένοι με μαχαίρι ή πασσάλους. Αυτό γινότανε γιατί όταν τους ξέθαβαν δεν είχαν αποσυντεθεί. Η αιτία φυσικά ήταν το ηφαιστειογενές έδαφος του νησιού, μα πού να το γνώριζαν αυτό οι απαίδευτοι και δεισιδαίμονες άνθρωποι. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούνταν και στο νεκροταφείο του χωριού Βουρκωτή στην Άνδρο. Κανενός νεκρού το λείψανο δεν είναι σε πλήρη αποσύνθεση. Εκτός όμως από το «κάρφωμα» των βρικολάκων υπήρχε κι ένας άλλος τρόπος αντιμετώπισής τους σύμφωνα με τους νησιώτες: το πέταμά τους σε ξερονήσια. Τέτοια ήταν το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα, η νήσος Καμένη στη Σαντορίνη, το νησί του Μπάου στη Μύκονο, οι Λειψοί, η νήσος Νεκροθήκη στην Κάλυμνο κι άλλα πολλά.

Ο περιηγητής γιατρός Zallony, έχει καταγράψει σε χειρόγραφο του 19ου αιώνα αυτά που άκουσε κι είδε για τους Βρικόλακες στα νησιά του Αιγαίου: «Παράξενες ιστορίες αρχίζουν να κυκλοφορούν στα νησιά. Κάποιοι διηγούνται ότι είδαν τάχα τον πεθαμένο να περιφέρεται στο σκοτάδι της νύχτας ουρλιάζοντας. Άλλος τον είδε να περνά στον αέρα το μεσημέρι πάνω σ’ ένα σύννεφο φωτιάς. Άλλος πάλι βεβαιώνει ότι ξύπνησε τα μεσάνυχτα από σπαρακτικούς αναστεναγμούς κι αντίκρισε ανάμεσα σε καπνούς και σε φλόγες ένα φάντασμα σαβανωμένο, δεμένο με αλυσίδες να βασανίζεται από ένα ολόκληρο κοπάδι διαβόλων. Άλλοι φοβούνται να πάνε στα πηγάδια μόλις πέσει ο ήλιος, για να μην τους αρπάξει και τους τραβήξει μέσα στην τρύπα ο βρικόλακας, κι άλλοι αφήνουν μια δεμένη κότα στο κατώφλι του σπιτιού, για να τη φάνε οι βρικόλακες και να μην μπούνε μέσα στο σπίτι το βράδυ. Οι παπάδες, αντί να διαφωτίσουν το ποίμνιο για τις πλάνες του, το βυθίζουν βαθύτερα σ’ αυτές».

Στη Βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο του 18ου αιώνα, ένας Σικελός περιηγητής με το όνομα Xavier Scrofani περιοδεύει στην περιοχή και καταγράφει στο χρονικό του μια μάλλον πρωτάκουστη και συνάμα εξωπραγματική ιστορία, απ’ αυτές που ελκύουν το ενδιαφέρον και του πιο καχύποπτου χαρακτήρα. Μια ιστορία φαντασμάτων, βρικολάκων μα κι αγάπης για τη ζωή. Φυσικά είναι η μαγιά που ώθησε τον Ξενόπουλο, χρόνια μετά, να γράψει το αριστούργημά του »Το φάντασμα».

Μιας και μιλάμε για συγγραφή, δεν πρέπει ν’ αφήσουμε εκτός και το τραγούδι του νεκρού αδελφού από το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη »Θανάσης Βάγιας». Παραθέτουμε το μακάβριο και περιγραφικότατο τετράστιχο:

Στάσου μακρύτερα, γιατί με σκιάζεις;

Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;

Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα.

Πες μου, δεν έλιωσες, Θανάση, ακόμα;

Αν κι είμαστε στον 21ο αιώνα ένα είναι σίγουρο: όσα χρόνια και να περάσουν η λέξη Βρικόλακας θα συναρπάζει, θα τρομάζει και θα εμπνέει.

 

Πηγές:

  • Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Α, Κυριάκος Σιμόπουλος (Εκδόσεις Στάχυ)
  • Ο αφορισμός ,οι βρικόλακες και η αντιμετώπισή τους, Στέλιος Μουζάκης (εκδόσεις Ηρόδοτος)
  • Θανάσης Βέμπος , Βρικόλακας (εκδόσεις Άλλωστε)
  • Η ΦΥΓΗ, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (Βέρα Καρταλου-Νίκος Παπαμιχαήλ

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Αλεξάνδρα Τσότσου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου