«Πόσες φορές θα κάνω τον ερωτύλο που τον θέλουν;» αναρωτήθηκε ο Ανδρέας Γεωργίου και γέλασε. Το είπε σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Λοιπόν», μιλώντας για την απόφασή του να αφιερωθεί φέτος περισσότερο στη δημιουργική πλευρά της δουλειάς του. Στις «Μπλε Ώρες» βρίσκεται πίσω από την κάμερα και, όπως εξήγησε, δεν θέλει να μπει στη σειρά ως ηθοποιός και να χάσει τη συγκέντρωσή του. Ένα αστείο για τον ερωτύλο ήταν αρκετό για να ανοίξει μια πολύ λιγότερο αστεία συζήτηση: πόσες φορές μπορεί ένας ηθοποιός να παίξει την ίδια εικόνα του εαυτού του, πριν πάψει κάποιος να του προτείνει έναν άνθρωπο;
Η τηλεόραση αγαπά να βάζει ταμπέλες γιατί τη γλιτώνουν από τον κόπο να φανταστεί κάτι καινούριο. Βλέπει έναν ωραίο άντρα και του δίνει ένα βλέμμα που καίει, μια γυναίκα που πρέπει να τον θέλει και μια είσοδο σε δωμάτιο λες και μόλις άλλαξε η θερμοκρασία. Την πρώτη φορά μπορεί να λειτουργήσει. Τη δέκατη, δεν βλέπεις πια χαρακτήρα· βλέπεις τον ίδιο ρόλο με άλλο όνομα στο σενάριο.
Το πρόβλημα δεν είναι ο ερωτικός ρόλος. Υπάρχουν έρωτες που έχουν γράψει τηλεοπτική ιστορία, κι ένας γοητευτικός ηθοποιός μπορεί να τους υπηρετήσει εξαιρετικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γοητεία αντιμετωπίζεται σαν ολόκληρη η υποκριτική του ταυτότητα. Όταν το «ταιριάζεις στην εικόνα» υποκαθιστά το «τι άλλο μπορείς να κάνεις;». Ο χαρακτήρας παύει να έχει αντιφάσεις, φόβους, γελοίες συνήθειες ή μια άσχημη πλευρά. Του επιτρέπεται κυρίως να είναι ποθητός. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί μας θυμίζει κάποιον που είδαμε πέρσι στην ίδια ακριβώς σκηνή.
Αυτή η στερεοτυπική ματιά έχει φύλο, αλλά δεν λειτουργεί μόνο προς μία κατεύθυνση. Για τις γυναίκες η εμφάνιση γίνεται συχνά ανελέητο φίλτρο: η «όμορφη», η «σέξι», η «μητέρα», η γυναίκα που υποτίθεται πως μετά από μια ηλικία δεν χωρά πια σε ερωτική ιστορία. Για έναν άντρα που έχει καθιερωθεί ως γόης, η παγίδα μπορεί να μοιάζει με προνόμιο. Και συχνά είναι προνόμιο. Παραμένει, όμως, μια στενή πόρτα: περνά από μέσα ο «ερωτύλος», ενώ ο αδέξιος, ο τρομαγμένος, ο κωμικός ή ο άνθρωπος που χάνει τον έλεγχο περιμένει έξω.
Ο σεξισμός στην τέχνη δεν εμφανίζεται πάντα ως μια προσβλητική ατάκα. Κάποιες φορές είναι η ήσυχη βεβαιότητα ότι ξέρουμε τι πρέπει να κάνει ένα σώμα στην οθόνη. Το όμορφο γυναικείο πρόσωπο να επιβεβαιώνει τη φαντασίωση του άλλου. Το όμορφο αντρικό να την προκαλεί. Η ηλικία να υπαγορεύει ποιος ερωτεύεται, ποιος ζηλεύει και ποιος μένει να δίνει συμβουλές στο σαλόνι. Έτσι, ακόμη και όταν οι άνθρωποι μπροστά στην κάμερα αλλάζουν, οι δυνατότητές τους μένουν κολλημένες στο ίδιο καστ.
Και το κοινό δεν είναι αθώο. Έχει μάθει να αναγνωρίζει έναν ηθοποιό πριν αναγνωρίσει τον χαρακτήρα του. Περιμένει από τον «γόη» να κοιτάξει επίμονα, από τη «μοιραία» να μπει στο δωμάτιο και να ταράξει τους πάντες, από τον «καλό οικογενειάρχη» να μη χαλάσει ποτέ την εικόνα του. Μόλις κάποιος ξεφύγει, η έκπληξη ακούγεται σχεδόν σαν παράπονο. Θέλουμε ανατροπές στη μυθοπλασία, αρκεί να μην ανατραπεί το κουτάκι όπου έχουμε βάλει τον ηθοποιό.
Ο Γεωργίου μίλησε για την επιλογή του να αφοσιωθεί φέτος σε αυτό που δημιουργεί και να έχει χρόνο για την οικογένειά του. Δεν παρουσίασε την ατάκα του ως καταγγελία. Ακριβώς γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον: είπε γελώντας κάτι που η τηλεόραση δύσκολα ακούει όταν το πρόσωπο που τη λέει εξακολουθεί να της κάνει τη δουλειά. Γιατί να ψάξει τι άλλο μπορεί να παίξει ένας ηθοποιός, όταν ξέρει ήδη πόσο καλά πουλά ο «ερωτύλος»;
Κανείς δεν ζητά να εξαφανιστούν οι γόηδες από την οθόνη. Να τους δούμε να γίνονται κάτι παραπάνω ζητάμε. Να παίζουν τον άνθρωπο που απορρίπτεται χωρίς να τον σώζει η μουσική, εκείνον που κάνει το λάθος και δεν συγχωρείται επειδή χαμογέλασε, εκείνον που είναι αστείος χωρίς να το ξέρει. Να έχει το ωραίο πρόσωπο την ίδια ελευθερία να γίνει αμήχανο, αντιπαθητικό, συνηθισμένο. Το «φτάνει πια» ειπώθηκε γελώντας. Αν η τηλεόραση επιμένει να του δίνει τον ίδιο ρόλο επειδή έχει το πρόσωπο γι’ αυτόν, το αστείο αρχίζει να είναι δικό της.
