Δε σε έκανε block. Δεν εξαφανίστηκε εντελώς. Απλώς μια μέρα σταμάτησε να βλέπει τα stories σου. Μετά σε έκανε unfollow. Ίσως σε αφαίρεσε κι από τους followers του, ίσως περιόρισε όσα μπορείς να βλέπεις και, κάπου ανάμεσα σε ένα mute και σε μια όλο και πιο αραιή απάντηση, συνειδητοποιείς ότι ο άλλος απομακρύνεται από τη ζωή σου χωρίς να έχει πει ποτέ καθαρά ότι φεύγει.
Καλώς ήρθες στο soft blocking: έναν από εκείνους τους όρους που γεννήθηκαν επειδή οι σχέσεις απέκτησαν social media και μαζί τους απέκτησαν καινούργιους τρόπους να αρχίζουν, να τελειώνουν και —κυρίως— να μένουν κάπου στη μέση.
Το soft blocking δε σημαίνει απαραίτητα ότι πατάς το κουμπί «block». Σύμφωνα με την οικογενειακή και συζυγική θεραπεύτρια Sara Lichstein, που μίλησε στο VICE, πρόκειται ουσιαστικά για τη δημιουργία απόστασης στα social media χωρίς το επίσημο μπλοκάρισμα. Μπορεί να σημαίνει mute στα stories, unfollow, αφαίρεση κάποιου από τους followers, περιορισμό του περιεχομένου που μπορεί να βλέπει ή απλώς μια σταδιακή μείωση των ψηφιακών αλληλεπιδράσεων.
Με άλλα λόγια, δεν κλείνεις την πόρτα στα μούτρα. Απλώς αρχίζεις να την κλείνεις τόσο αργά, ώστε για λίγο να μην είναι βέβαιος αν όντως τον έβγαλες έξω. Και ίσως εκεί βρίσκεται όλο το παράδοξο του «soft». Για εκείνον που το κάνει, μπορεί να μοιάζει με έναν ήπιο τρόπο να πάρει απόσταση χωρίς δράμα. Για εκείνον που το δέχεται, όμως, μπορεί να μην είναι καθόλου ήπιο. Γιατί ένα καθαρό block, όσο σκληρό κι αν μοιάζει, τουλάχιστον δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Το soft blocking μπορεί να αφήσει πίσω του ένα πολύ πιο ενοχλητικό ερωτηματικό: «Τι ακριβώς συνέβη;»
Σε έκανε mute επειδή χρειάζεται χώρο ή επειδή δε θέλει να σε βλέπει; Σε αφαίρεσε από τους followers επειδή τελείωσε μαζί σου ή επειδή θέλει να δει αν θα το προσέξεις; Δεν απαντά επειδή θέλει απόσταση ή επειδή περιμένει να τον κυνηγήσεις; Και γιατί, αν πραγματικά θέλει να τελειώσει κάτι, δεν το λέει;
Η Lichstein επισημαίνει στο VICE ότι όταν ένας αποχωρισμός δεν έχει σαφήνεια, ο άνθρωπος που μένει πίσω μπορεί να αρχίσει να αναρωτιέται τι συνέβη, αν έκανε κάτι λάθος ή αν ο άλλος εξακολουθεί να νοιάζεται. Αυτή ακριβώς η απουσία οριστικότητας μπορεί να κρατήσει κάποιον κολλημένο στην ερμηνεία κάθε μικρού ψηφιακού σημάδιου.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο κομμάτι ενός χωρισμού: δεν αρκεί πια να ξεπεράσεις τον άνθρωπο. Πρέπει να ξεπεράσεις και την ψηφιακή του παρουσία. Την πράσινη τελεία. Το story που ανέβασε στις δύο το πρωί. Το καινούργιο follow. Τη φωτογραφία στην οποία φαίνεται ένα ξένο χέρι στην άκρη του τραπεζιού. Την παρόρμηση να μπεις «μόνο για ένα λεπτό» στο προφίλ του και να βγεις σαράντα λεπτά αργότερα έχοντας κάνει ιδιωτική έρευνα που δεν θα ζήλευε ντετέκτιβ.
Οπότε, ναι: υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το soft blocking μπορεί να είναι ένας απολύτως λογικός τρόπος αυτοπροστασίας. Μετά από έναν χωρισμό, για παράδειγμα, μπορεί να ξέρεις πολύ καλά ότι το να βλέπεις καθημερινά τι κάνει ο πρώην σου δεν σε βοηθά να προχωρήσεις. Δεν θέλεις απαραίτητα να τον μπλοκάρεις. Δεν υπάρχει καβγάς, απειλή ή ανάγκη για μια τόσο απόλυτη κίνηση. Απλώς δεν θέλεις κάθε πρωί να ανοίγεις το Instagram και να βρίσκεις τη ζωή του μπροστά σου ενώ προσπαθείς να ξαναφτιάξεις τη δική σου.
Εκεί το mute, το unfollow ή η αφαίρεση από τους followers μπορεί να λειτουργήσει σαν όριο. Όχι σαν τιμωρία. Όχι σαν παιχνίδι. Αλλά σαν ένας τρόπος να σταματήσεις να εκθέτεις τον εαυτό σου σε κάτι που ξέρεις ότι σε κρατά συναισθηματικά κολλημένο. Η ίδια η Lichstein κάνει αυτή τη διάκριση: το soft blocking μπορεί να είναι θετική πρακτική όταν χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει ένα υγιές όριο και να προστατεύσει τα συναισθήματά σου. Μετά από έναν χωρισμό, για παράδειγμα, η σταδιακή δημιουργία απόστασης μπορεί να δώσει στον άνθρωπο χώρο να επουλωθεί.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το όριο γίνεται υποκατάστατο της κουβέντας. Γιατί άλλο «χωρίσαμε, χρειάζομαι απόσταση και δεν θέλω να βλέπω συνεχώς τη ζωή σου» και άλλο «είμαστε μαζί, έχω θυμώσει μαζί σου, οπότε θα εξαφανιστώ από τα social μέχρι να καταλάβεις μόνος σου τι έκανες».
Στη δεύτερη περίπτωση, το soft blocking παύει να είναι όριο και μπορεί να γίνει ένας ψηφιακός τρόπος αποφυγής, τιμωρίας ή πρόκλησης αντίδρασης. Αντί να πεις «με πείραξε αυτό», κάνεις mute. Αντί να πεις «δεν θέλω να συνεχίσουμε», απομακρύνεσαι λίγο λίγο. Αντί να αναλάβεις το άβολο κομμάτι μιας σχέσης —να μιλήσεις— αφήνεις τις ρυθμίσεις του Instagram να κάνουν τη δύσκολη δουλειά για σένα.
Και κάπου εδώ η πρόθεση αλλάζει τα πάντα. Θέλεις πραγματικά ησυχία ή θέλεις να προσέξει ότι εξαφανίστηκες; Θέλεις να προστατευτείς ή θέλεις να τον κάνεις να αναρωτηθεί τι έκανε; Βάζεις ένα όριο επειδή η επαφή σε πληγώνει ή αφήνεις επίτηδες την πόρτα μισάνοιχτη για να δεις αν θα επιστρέψει; Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «δεν θέλω να έχω πρόσβαση στη ζωή σου για να μπορέσω να προχωρήσω» και στο «θέλω να καταλάβεις ότι σου αφαίρεσα την πρόσβαση στη δική μου». Το πρώτο αφορά εσένα. Το δεύτερο μπορεί να αφορά την αντίδραση που περιμένεις από τον άλλον.
Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε: μερικές φορές δεν κάνεις unfollow επειδή δεν θέλεις να τον βλέπεις. Το κάνεις επειδή θέλεις να δει ότι δεν θέλεις να τον βλέπεις. Και αυτή η μικρή διαφορά αλλάζει ολόκληρη την ιστορία. Το πρώτο είναι απόσταση. Το δεύτερο είναι μήνυμα — απλώς ένα μήνυμα που ελπίζεις να διαβάσει χωρίς να χρειαστεί ποτέ να το γράψεις.
Και τότε το soft blocking γίνεται ακόμη ένα από τα παράξενα παιχνίδια εξουσίας του σύγχρονου dating. Δεν λες κάτι, αλλά θέλεις να γίνει αντιληπτό. Δεν κόβεις εντελώς την επαφή, αλλά τη μειώνεις αρκετά ώστε να δημιουργηθεί απορία. Δεν χωρίζεις ξεκάθαρα, αλλά συμπεριφέρεσαι σαν να έχει ήδη συμβεί ο μισός χωρισμός.
Το αποτέλεσμα; Ο ένας πιστεύει ότι έβαλε ένα «ήσυχο» όριο και ο άλλος μπορεί να βρίσκεται απέναντι από την οθόνη προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει τι σημαίνει ένα unfollow. Το πιο ειρωνικό είναι ότι δημιουργήσαμε δεκάδες ψηφιακούς τρόπους να αποφύγουμε μία από τις παλαιότερες και απλούστερες προτάσεις στις σχέσεις: «Δεν θέλω να συνεχίσουμε».
Φυσικά, κανείς δε χρωστά απεριόριστη πρόσβαση στον εαυτό του. Ούτε στα social ούτε στην πραγματική ζωή. Και υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η ασφάλεια και η προστασία των ορίων σου είναι πολύ σημαντικότερες από οποιαδήποτε «ευγενική» εξήγηση. Αν κάποιος δε σέβεται τα όριά σου ή επιμένει να εισβάλλει στη ζωή σου, η απόσταση —ακόμη και το κανονικό block— μπορεί να είναι απαραίτητη. Αλλά όταν μιλάμε για μια σχέση ή μια γνωριμία στην οποία υπάρχει χώρος για ασφαλή επικοινωνία, το ερώτημα γίνεται πιο άβολο: μήπως το soft blocking είναι μερικές φορές λιγότερο ένας ευγενικός χωρισμός και περισσότερο ένας χωρισμός χωρίς την ευθύνη του χωρισμού;
Γιατί το να πεις σε κάποιον «δεν το νιώθω πια», «δεν θέλω να συνεχίσουμε» ή «χρειάζομαι να απομακρυνθώ» είναι άβολο. Μπορεί να τον στενοχωρήσεις. Μπορεί να κλάψει. Μπορεί να θυμώσει. Μπορεί να σου ζητήσει εξηγήσεις που δεν θέλεις να δώσεις. Ένα unfollow είναι πολύ πιο εύκολο. Δεν χρειάζεται να κοιτάξεις κανέναν στα μάτια. Μόνο που η ευκολία αυτού που φεύγει δεν είναι πάντα καλοσύνη προς αυτόν που μένει.
Ίσως υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να καταλάβεις σε ποια πλευρά βρίσκεσαι: αν ήξερες με βεβαιότητα ότι ο άλλος δεν θα καταλάβει ποτέ πως τον έκανες mute, unfollow ή remove, θα το έκανες και πάλι; Αν η απάντηση είναι ναι, πιθανότατα χρειάζεσαι πραγματικά την απόσταση. Αν η απάντηση είναι «όχι, θέλω να το δει», τότε ίσως δεν προσπαθείς απλώς να προστατευτείς. Προσπαθείς να επικοινωνήσεις κάτι χωρίς να το πεις.
Και ίσως αυτό είναι το κριτήριο που αξίζει περισσότερο από όλους τους όρους του TikTok και του dating: όχι αν η κίνηση λέγεται soft blocking, ghosting, unfollowing ή οτιδήποτε άλλο θα εφεύρουμε την επόμενη εβδομάδα, αλλά τι προσπαθείς να κάνεις μέσω αυτής.
Αν προσπαθείς να προστατέψεις την ηρεμία σου μετά από ένα τέλος που έχει ήδη ειπωθεί, μπορεί να είναι ένα υγιές όριο. Αν προσπαθείς να αποφύγεις να πεις ότι θέλεις το τέλος, τότε ίσως το «soft» περιγράφει μόνο τον τρόπο που πατάς τα κουμπιά — όχι τον τρόπο που το βιώνει ο άλλος. Γιατί τελικά το πιο «soft» πράγμα δεν είναι πάντα το soft blocking. Μερικές φορές είναι να πεις καθαρά μια δύσκολη αλήθεια, αντί να αφήσεις κάποιον να την ανακαλύψει μέσα από το κουμπί του unfollow.
