Όταν ο δημιουργός Γιώργος Ζογγολόπουλος αντίκρισε για πρώτη φορά το έργο του «Ομπρέλες» στην Παραλία της Θεσσαλονίκης κοντά στο ύψος του Μακεδονία Παλλάς το 1997 δεν κατάφερε να κρύψει τον ενθουσιασμό του. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Φταίει ο μεγάλος ορίζοντας, οι προοπτικές, αυτό το αυστηρό πλακόστρωτο της παραλίας; Εδώ υπάρχει άπλα, χώρος και μεγάλος ορίζοντας, που κάνει το έργο να φαίνεται ότι είναι βγαλμένο από ‘δω», είχε πει, χωρίς και ο ίδιος να μπορεί να εξηγήσει γιατί η δημιουργία του φαντάζει τόσο αρμονικά ενταγμένη στο αστικό τοπίο της συμπρωτεύουσας. Ήταν η συνέχεια της πρώτης εντύπωσης που είχε κάνει το έργο, όταν δημιουργήθηκε και παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Βενετία το 1995 στο πλαίσιο της 45ης έκθεσης Biennale. Μάλιστα, εντυπωσίασε τόσο πολύ ώστε άτυπα έγινε το σήμα κατατεθέν της.

Ακόμα πιο διθυραμβικά σχολίασε τις «ομπρέλες» του όταν τις είδε για πρώτη φορά φωτισμένες τη νύχτα: «Υπάρχει μια μαγεία, που μου προκαλεί κατάπληξη και με ικανοποιεί. Οι «ομπρέλες» δείχνουν να αιωρούνται στο μαύρο φόντο, ο φωτισμός δημιουργεί μια μαγευτική εικόνα, την οποία, μόλις πρωτοαντίκρισα, έμεινα εμβρόντητος. Είναι σαν όνειρο.»

 

several umbrellas are from the ceiling

 

Το δημιούργημα που τείνει να γίνει ταυτόσημο με τον Λευκό Πύργο για την πόλη της Θεσσαλονίκης, ο τόπος που έχουν απαθανατιστεί σε φωτογραφίες χιλιάδες στιγμές ευτυχίας, το καθημερινό σημείο αναφοράς και συνάντησης, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Όπως προαναφέρθηκε, ο Γ. Ζογγολόπουλος το εμπνεύστηκε στο πλαίσιο της Biennale. Η πρώτη μορφή του έργου ήταν ένα υδροκίνητο γλυπτό του 1993 και δύο χρόνια αργότερα, ο Ζογγολόπουλος, κινητοποιήθηκε από την ευρεία αποδοχή που γνώρισε το έργο και το μετουσίωσε σε μια στατική συστοιχία από αιωρούμενες ομπρέλες, που στηρίζονται σε διαγώνιους άξονες. Με αυτή τη μορφή, το γλυπτό τοποθετήθηκε στην είσοδο της έκθεσης πάνω σε μια πλωτή εξέδρα. Την ίδια χρονιά (1995) η πρώτη μορφή του υδροκίνητου γλυπτού θα τοποθετηθεί στο Cour d’ Honneur του κτιρίου του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και θα αποσπάσει το Α΄ Πανευρωπαϊκό βραβείο σε διαγωνισμό έργων τέχνης σε κτίρια.

 

a bunch of umbrellas that are in the air

 

Η σύνδεση του γλυπτού με το φόντο του Θερμαϊκού έγινε το 1997 όταν τοποθετήθηκε στην Παραλία με αφορμή το ότι η Θεσσαλονίκη εκείνη τη χρονιά ήταν η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Επειδή, όμως, η Παραλία είναι εκτεθειμένη στην ανοιχτή θάλασσα και πνέουν δυνατοί άνεμοι, ο γλύπτης πρόσθεσε κάθετες ράβδους. Αυτές αφ’ ενός δημιούργησαν το οπτικό εφέ της βροχής κι αφετέρου συνετέλεσαν στην ενίσχυση της στατικότητας του έργου.

Όσον αφορά στις ιδιαίτερες εργασίες που απαιτούσε η εγκατάσταση του έργου στη Θεσσαλονίκη, σημείωσε ότι: «Αυτό το έργο ξεπερνάει την κλίμακα μιας κατασκευής ανθρώπινης. Ένας γλύπτης μπορεί να δουλέψει ένα έργο ως τρία μέτρα. Μετά αρχίζει ένα είδος συνεργασίας για να μεγαλώσει το έργο.» Αναφερόμενος στις «Ομπρέλες» ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είπε: «Δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει ένας ρυθμός με τις κατακόρυφες κολώνες και με τις ομπρέλες. Έχει κάποια σύνθεση το έργο. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που έχουν να κάνουν με νούμερα. Ο κόσμος πρέπει να δει και να το ξαναδεί. Να το φανταστεί». Όταν σε άλλη συνέντευξη ερωτήθηκε σχετικά με το ότι οι ομπρέλες είναι διάτρητες, απάντησε: «Έχουν τα βασικά χρώματα της ζωγραφικής και θυμίζουν τις κεραίες και τις αντένες με τις οποίες επικοινωνούμε με όλον τον κόσμο».

 

a bunch of umbrellas that are on a pole

 

Μια παραλλαγή του γλυπτού της Θεσσαλονίκης τοποθετήθηκε το 1998 στο Ψυχικό, όπου βρίσκεται και το ίδρυμα του Ζογγολόπουλου κι ένα ακόμη παρόμοιο γλυπτό, υδροκίνητο και μικρότερο, είχε τοποθετηθεί το 1993 έξω από το Μακεδονικό Μουσείο σύγχρονης τέχνης μέσα στη Δ.Ε.Θ. Όταν ολοκληρώθηκε η ανάπλαση της Νέας Παραλίας το 2013, το γλυπτό καθαρίστηκε και μεταφέρθηκε εκεί. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, μία από τις σαράντα ομπρέλες του γλυπτού είχε αποσπαστεί από το έργο, ωστόσο αυτή αναπληρώθηκε πριν γίνει η μεταφορά στη νέα «κατοικία».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη εντύπωση που έκανε ακόμα και στον ίδιο τον δημιουργό η εικόνα των ομπρελών στον μαύρο νυχτερινό ουρανό οφείλεται στους ειδικούς λευκούς προβολείς με κάθετες δέσμες, οι οποίες όταν φτάνουν στα εννέα μέτρα, αγκαλιάζουν μόνο τις ομπρέλες ενισχύοντας το οπτικό εφέ της βροχής που δεν είναι άλλο από τους χοντρούς κάθετους όγκους του γλυπτού, που παίρνουν άλλη διάσταση.

Ο καλλιτέχνης έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «ο αιώνιος έφηβος», το οποίο απηχεί στο συνεχές κυνήγι του καινούριου, τη διαρκή αγωνία του για ανανέωση. Αυτή, βέβαια, η πνευματική και καλλιτεχνική του διαύγεια κι εγρήγορση, αυτό το αεικίνητο αισθητήριό του δεν τον εμπόδισε να κάνει δύο πράγματα, όπως μόνο αυτός ήξερε. Από τη μία, να καταφέρνει στις δημιουργίες του να αιχμαλωτίζει και να παγιδεύει τις ζωτικές δυνάμεις της φύσης, όπως το φως ή το νερό. Από την άλλη, να συνειδητοποιεί την ανάγκη του έργου να ριζώσει στην ιδανικότερη τοποθεσία, σε εκείνο το μέρος που θα του δίνει αιώνια ζωή και λόγο ύπαρξης, σε εκείνο το σημείο που φαντάζει πως υπήρχε από πάντα αυτό το ανθρώπινο δημιούργημα, όπως νιώθει κάποιος βλέποντας το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου τόσο νομοτελειακά κι αριστοτεχνικά τοποθετημένο στον περιβάλλοντα χώρο. Εξάλλου κι ο ίδιος ο γλύπτης παραδέχτηκε κάποτε, ότι αυτό είναι το όραμα ενός καλλιτέχνη: «Υπάρχει πάντα σε έναν καλλιτέχνη ένα όραμα για το έργο που κάνει. Να το δει τοποθετημένο στη θέση που επιθυμεί. Το έργο έχει πάντα την ανάγκη του δικού του ζωτικού χώρου. Δεν μπορεί να επιζήσει οπουδήποτε.»

Ποιος ήταν ο Γιώργος Ζογγολόπουλος; (από την επίσημη ιστοσελίδα του Ιδρύματος Γεωργίου Ζογγολόπουλου)

Οι «Ομπρέλες» του Γ. Ζογγολόπουλου στην Αίγυπτο

Ο γλύπτης Γεώργιος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1903 και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1924-1930). Από το 1930 εργάστηκε στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα του Υπουργείου Παιδείας μελετώντας σχολικά συγκροτήματα, ναούς και μουσεία, ενώ το 1938 παραιτήθηκε από τη θέση του για να αφοσιωθεί στη γλυπτική. Το 1936 παντρεύτηκε με τη ζωγράφο Ελένη Πασχαλίδου–Ζογγολοπούλου. Από τη δεκαετία του ’70 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90 διατηρούσε με τη σύζυγό του Ελένη εργαστήριο στο Παρίσι, συμμετέχοντας ενεργά στα εικαστικά δρώμενα της γαλλικής πρωτεύουσας.

Ως καλλιτέχνης έλαβε πολλές επίσημες διακρίσεις κι έργα του βρίσκονται σε σημαντικούς δημόσιους χώρους της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Αμερικής, καθώς επίσης και σε πολλές ελληνικές και ξένες συλλογές και μουσεία. Εκπροσώπησε την Ελλάδα 11 φορές σε θεσμούς Biennale ξεκινώντας από το 1940 έως και το 2001. Συμμετείχε σε Πανελλήνιες Εκθέσεις κι έλαβε μέρος σε δεκάδες ατομικές κι ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2004 σύστησε το κοινωφελές Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου και απεβίωσε το ίδιο έτος. Στο Ίδρυμα κληροδότησε όλο το καλλιτεχνικό του έργο, καθώς και εκείνο της συζύγου του ζωγράφου Ελένης Πασχαλίδου–Ζογγολοπούλου.

Συντάκτης: Σοφία Ρηγοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου