Στοίχημα πως όλοι έχουμε στο μυαλό μας κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κι ιδιότητες, τα οποία επιθυμούμε να έχει ένας μελλοντικός σύντροφός μας και τα οποία κατ’ επέκταση ψάχνουμε, πιστεύοντας πως αυτά είναι που χρειάζεται να έχει το άλλο άτομο ώστε εμείς να ελκόμαστε από αυτό, να το ποθούμε και να επιθυμούμε να είμαστε σε σχέση μαζί του. Επειδή όμως το σύμπαν αρέσκεται σε κάτι τέτοια και τα εκλαμβάνει ως προκλήσεις, έρχεται κάποια στιγμή και βρίσκουμε έναν άνθρωπο που φέρει αυτά τα γνωρίσματα που επιζητούσαμε, αλλά φαίνεται να υπάρχει ένα θέμα. Ένα θέμα που δεν περιμέναμε να χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε (όχι σε τόσο πρώιμο στάδιο της σχέσης τουλάχιστο), ένα θέμα που μας βρίσκει απροετοίμαστους, που δεν ξέρουμε πώς να το ερμηνεύσουμε κι αφήνει ερωτηματικά να πλανώνται στο κεφάλι μας «μα είναι δυνατόν; πώς γίνεται; γιατί; αφού νόμιζα πως…, πίστευα πως…, τι συμβαίνει;».

Το τι συμβαίνει είναι πως δε νιώθουμε την ερωτική έλξη που αναμέναμε πως θα νιώθαμε απέναντι στο άτομο αυτό, αναλογιζόμενοι κι όλα τα άλλα γνωρίσματα που έχει, τα οποία μέχρι πρότινος αναζητούσαμε. Πως παρ’ όλη τη σύνδεση που νιώθουμε ότι έχουμε με τον άλλον, παρά τα κοινά, την επικοινωνία, τον όμορφο χρόνο που μοιραζόμαστε μαζί, παρά το θελκτικό της εξωτερικής του εμφάνισης και του μυαλού του, δε μας βγαίνει το ερωτικό. Είναι χλιαρό, είναι αδιάφορο, να τολμήσουμε να πούμε πως ίσως και να αγγίζει τα όρια του ανύπαρκτου. Είναι λες και περάσαμε μια ολόκληρη μέρα δηλώνοντας πόσο πολύ επιθυμούμε να φάμε μια σοκολατίνα, πόσο τη λαχταρούμε, πώς τη φανταζόμαστε, τη λιγουρευόμαστε κι άλλα χίλια-δύο πώς, και το βράδυ όταν έρχεται η ώρα και την έχουμε μπροστά μας, όταν τρώμε την πρώτη μπουκιά, συνειδητοποιούμε πόσο ουδέτεροι είμαστε απέναντί της, αφού η έκφρασή μας είναι κάπως «Εμ οκ, ‘ντάξει και να μη τη φάω δε θα κάνει κι ιδιαίτερη διαφορά».

 

 

Κάποιοι ίσως προτρέξουν να πουν πως μπορεί να μην ήθελες σοκολατίνα στο τέλος της ημέρας, ή πώς δεν ξέρεις ούτε εσύ ο ίδιος τι είναι αυτό που θέλεις, πως είσαι ιδιότροπος, ή επιλεκτικός. Κι ενώ στην περίπτωση της σοκολατίνας ίσως αυτό να είναι αλήθεια, προσδίδει και μια προσέγγιση του άσπρου-μαύρου, κάτι που δεν ισχύει όταν μιλάμε για ανθρώπους και σχέσεις, όταν μιλάμε για αισθήματα και συναισθήματα. Το θέμα όμως είναι πως όταν έρχεται η συζήτηση στην ερωτική έλξη, όταν αυτή απουσιάζει ή είναι μειωμένη, εκεί που θα περιμέναμε πως θα νιώθαμε βεγγαλικά, αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε για εμάς τους ίδιους. Δεν αργούμε να διερωτηθούμε μήπως πηγαίνει κάτι λάθος μαζί μας, μήπως έχουμε κάποιο πρόβλημα, βιολογικό, λειτουργικό, εγκεφαλικό. Αλλιώς πώς το εξηγούμε διαφορετικά, πώς το ερμηνεύουμε; Προτού όμως προτρέξουμε σε βεβιασμένα συμπεράσματα ας ψάξουμε λίγο ορισμένες πιθανότητες.

Αν μιλάμε για τα πολύ αρχικά στάδια μιας γνωριμίας, ειδικοί σχέσεων υποστηρίζουν πως δεν είναι τόσο ανησυχητικό όσο μπορεί να νομίζουμε, αφού η φυσική ερωτική έλξη είναι κάτι το οποίο μπορεί να κτιστεί παράλληλα με τη συνεχή γνωριμία και πιο συχνή επαφή και σύνδεση με το άλλο άτομο. Μάλιστα αυτή η σπίθα ή το κλικ για το οποίο ακούμε πολλές φορές να γίνεται λόγος, δεν αφορά τόσο στη φυσική έλξη και την εξωτερική εμφάνιση, όπως ίσως να πιστεύαμε, αλλά αφορά κυρίως πνευματικά, συναισθηματικά κομμάτια, που έρχονται μαζί με την εσωτερική αύρα που εκπέμπει το άτομο απέναντί μας. Οπότε, δίνοντας λίγο χρόνο περισσότερο και γνωρίζοντας τον άλλο καλύτερα μέσα σε διάφορες φάσεις, περιστάσεις και στιγμές της καθημερινότητας, πέραν των τυπικών τετριμμένων καταστάσεων και ραντεβού που μπορεί να βρεθεί ένα ζευγάρι, τότε ίσως να αρχίσει να δημιουργείται κι ερωτική έλξη. Το εύλογο ερώτημα όμως είναι πόσο είναι αυτό το χρονικό διάστημα; Για πόσο πρέπει να γίνεται προσπάθεια;

Σίγουρα δεν πρέπει να φτάσει στο σημείο να απωθείται τελείως και να εκνευρίζεται με το παραμικρό με τον άλλο που έχει απέναντί του. Αν γίνει αυτό, τότε είναι καμπανάκι πως το χρονικό διάστημα που έπρεπε να δώσει, έχει ήδη παρέλθει. Προτού παρέλθει όμως, αν είναι να προβληματιστεί κάποιος γιατί δεν έλκεται ερωτικά από το κατά τα άλλα «ιδανικό» άτομο που έχει μπροστά του, ίσως να χρειαστεί να ψάξει και λίγο τα εσωτερικά δικά του κομμάτια, πεποιθήσεις, στάνταρς, προσδοκίες κ.ο.κ..

Κάτι που μπορεί να φταίει είναι ενδεχομένως η εξιδανίκευση στη φαντασία μας των όποιων χαρακτηριστικών επιθυμούμε να έχει ο σύντροφός μας, σε τέτοιο βαθμό, που η πραγματικότητα να μοιάζει λιγότερο ελκυστική απ’ ότι ήταν τα πράγματα μέσα στο μυαλό μας. Συνεπώς η μειωμένη ερωτική έλξη ίσως και να προέρχεται κι από δικές μας υψηλές προσδοκίες που μπορεί να μας οδηγήσουν σε απογοήτευση. Διότι μπορεί λανθασμένα να κρατιόμαστε από μια ιδέα κι όχι από την πραγματικότητα που έχουμε μπροστά μας, με αποτέλεσμα πρώτο να μαστιγώνουμε τον εαυτό μας με άλλες σκέψεις κι έγνοιες για το τι συμβαίνει, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως δε φταίει σε κάτι η παρούσα κατάσταση αλλά η φανταστική εικόνα αυτής, και δεύτερο να αδικούμε και το άτομο που έχουμε απέναντί μας.

Αδιαμφισβήτητα μείζονα ρόλο παίζει κι η επικοινωνία μέσα στη γνωριμία/σχέση, και δη η απουσία αυτής. Είτε είναι στα πολύ αρχικά στάδια είτε όχι, ίσως το θέμα να είναι πως δεν επικοινωνούνται σωστά τα θέλω μας, το πώς νιώθουμε, το γεγονός πως ίσως για εμάς η φυσική κι ερωτική έλξη να έρχεται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και καταστάσεις. Αν δεν το επικοινωνήσουμε αυτό ανοιχτά, ορθά και με ειλικρίνεια προς το άτομο που έχουμε απέναντί μας, τότε βάζουμε τη σχέση σε μια διαδικασία διακύβευσης λόγω απουσίας έλξης, χωρίς όμως να έχουμε ανοίξει πρώτα τα χαρτιά μας. Ίσως πάλι εμείς οι ίδιοι ή και το ταίρι μας, να είμαστε κουμπωμένοι στον ερωτικό τομέα, όχι τόσο απελευθερωμένοι κι άνετοι όσο θα θέλαμε κι αυτό να μπλοκάρει κατ’ επέκταση και την ερωτική μας έλξη και διάθεση. Ό,τι κι αν είναι, το επικοινωνούμε, δίχως δισταγμούς, έγνοιες, φόβους κ.ο.κ.. Το οφείλουμε πρωτίστως σ’ εμάς τους ίδιους.

Στην αρχή μιλήσαμε και για μια νοητή λίστα, με τα χαρακτηριστικά που ψάχνουμε. Άρα μιλάμε για πράγματα που ξέρουμε ότι θέλουμε. Δε μιλάμε άμεσα για το τι δε θέλουμε. Δεν μπαίνουμε, συνειδητά τουλάχιστο, στη διαδικασία να φτιάξουμε έστω και μια νοητή λίστα με τα «δεν». Άρα παίζει και το σενάριο του, ο άνθρωπος να φέρει αυτά που ψάχναμε και μας ελκύουν, αλλά παράλληλα να υπάρχουν και κάποια άλλα τα οποία να ανήκουν σ’ αυτή που δε θα θέλαμε να έχει. Πράγματα που εμάς ως άνθρωπο μας εκνευρίζουν, μας βρίσκουν αντίθετους, μας ξινίζουν, μας μπλοκάρουν στο τέλος της ημέρας και δε μας αφήνουν να αισθανθούμε έλξη προς τον άλλο γιατί τρυπώνουν αδιακρίτως μέσα στην εικόνα που έχουμε μπροστά μας, αποσπώντας την προσοχή μας, εκεί που ενδεχομένως να είχαμε άγνοια ύπαρξής τους. Είναι συνήθως βαθιά ριζωμένα και χωμένα μέσα μας, τόσο που δεν τα αντιλαμβανόμαστε με την πρώτη, εκτός κι αν συνειδητά μπούμε στη διαδικασία αναζήτησης ενός γιατί. Είναι αυτή η αίσθηση του «κάτι υπάρχει αλλά δεν το βλέπω καθαρά», που όμως αν απλά παραμερίσουμε για λίγο τα φώτα του προβολέα (των καλών γνωρισμάτων) θα μπορέσουμε να διακρίνουμε αυτά τα «ζιζάνια» πίσω απ’ αυτόν που λειτουργούσαν αθόρυβα.

Αν είμαστε και ειλικρινείς με τον εαυτό μας ίσως πάλι και να διαπιστώσουμε ότι κομμάτια τέτοια μπορεί και να ανήκουν στην κατηγορία των στερεοτυπικών, ρατσιστικών ή και υποτιμητικών, όπως για παράδειγμα να ενοχλούμαστε από σωματότυπο, κιλά, ύψος, εθνικότητα, θρησκεία, επάγγελμα, τρόπο ομιλίας, συμπεριφοράς κ.ο.κ.. Διότι μπορεί να δηλώνουμε ακομπλεξάριστοι κι αποδέκτες κάθε λογής ανθρώπου γύρω μας, όταν όμως ο άνθρωπος αυτός είναι να περάσει από το τριπάκι της «αξιολόγησης» για σύντροφο, κάπου τα ξεχνάμε. Επ’ ουδενί δεν εμπορευματοποιούμε τους ανθρώπους, αλλά αυτό που θίγεται εδώ είναι πως παίζουν ρόλο οι αξίες που δίνουμε, η βαρύτητα που βάζουμε στα θέλω μας, η βαθμίδα που τοποθετούμε το κάθε τι. Που στην προκειμένη ίσως να σημαίνει πως πρέπει να αναθεωρήσουμε τη βαθμίδα τοποθέτησής τους. Διότι αν νομίζαμε πως κάτι δε μας πειράζει και δεν το είχαμε στο μυαλό μας ως σημαντικό, αλλά αποδεικνύεται τέτοιο κι εν τέλει υποσυνείδητα μας μπλοκάρει, τότε είτε βρίσκουμε τρόπο να μπλοκάρουμε εμείς αυτό, είτε το αναγνωρίζουμε, το δεχόμαστε και προχωράμε.

Για το τέλος, κρατήσαμε το προφανές. Ότι βρε παιδί μου μπορεί να μην υπήρξε αυτή η χημεία κι ας υπήρχε φαινομενικά μια τέτοια προοπτική αρχικά. Που αν και κατ’ εμένα σηκώνει κουβέντα κι ανάλυση, ίσως για πολύ κόσμο από μόνη της αυτή η λέξη να είναι αρκετή, χωρίς περαιτέρω ψαξίματα και σκέψεις. Η ερωτική έλξη προς το ταίρι μας είναι σημαντικός παράγοντας για να μπορεί να είναι μια σχέση λειτουργική. Δεν μπορούμε έτσι αυθαίρετα να την αφαιρέσουμε κι απλά να αρκεστούμε σ’ όλα τα υπόλοιπα, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή αυτή θα έρθει. Αν δεχτούμε και το γνωστό ότι με την πάροδο των χρόνων αυτή φθίνει, (που και πάλι λέω είναι “debatable”), ξεκινώντας από μια ήδη φθίνουσα κατάσταση, πού θα πάμε μετά; Τι περιθώρια μας μένουν;

Ούτε όμως είναι καλό να φτάσουμε και στο άλλο άκρο υποστηρίζοντας πως από μόνη της είναι αρκετή για να κρατήσει μια σχέση, διότι δεν είναι. Η όποια προσπάθεια κι επιμονή θα πρέπει να γίνεται στα φυσιολογικά πλαίσια που δε φθείρουν σωματικά, πνευματικά και συναισθηματικά τόσο το ίδιο το άτομο όσο και το άτομο που έχει απέναντί του. Αν και μια μοναδική απάντηση δεν υπάρχει, το σίγουρο είναι πως κάποια απάντηση και λύση πάντα θα περιμένουν προς ανακάλυψή τους. Αρκεί να ψάχνουμε μέσα μας, να είμαστε, ανοιχτοί, να επικοινωνούμε και να έχουμε δουλέψει και την ιδέα πως ίσως κάποιες φορές, αν κάτι δε μας βγαίνει, να πρέπει απλά να το αφήσουμε χωρίς να το κουράζουμε. Και είναι οκ.

Συντάκτης: Άννα Μετόχη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου