Έχω παρατηρήσει (και δε θα ‘μαι η μόνη, ελπίζω) πως η σωστή ορθογραφία και σύνταξη της γλώσσας μας, έχουν πάρει επικίνδυνα την κατιούσα. Σε σημείο που με εκπλήσσει καθημερινά σε διάφορες εκφάνσεις τις καθημερινότητάς μου. Από ταμπέλες σε διαφημίσεις, σημειώματα σε καταστήματα, μηνύματα μεταξύ φίλων, επιστολές και emails στο γραφείο, μέχρι και τίτλους ειδήσεων, που εκεί θα ανέμενε κανείς πως ένα τέτοιο φαινόμενο θα απουσίαζε. Και το αξιοσημείωτο είναι πως πέρασε ο καιρός που λέγαμε πως αυτό ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα ανθρώπων που δεν είχαν τη τύχη να μορφωθούν, αντίθετα γίνεται ολοένα και πιο συχνό από ανθρώπους καθόλα μορφωμένους. Το τι φταίει ακριβώς δεν μπορώ να το γνωρίζω, καθώς σίγουρα δεν είναι μονάχα ένας λόγος και δεν είναι φαινόμενο που παρατηρείται εν μια νυκτί. Είναι όμως κάτι που χρίζει συνειδητού προβληματισμού αφού καθώς διαφαίνεται η κατάσταση έχει ξεφύγει.

Αν έπρεπε να ονομάσω κάτι που δε βοηθά διόλου την κατάσταση αλλά την επιδεινώνει ραγδαία, είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ηλεκτρονική μορφή επικοινωνίας, τα οποία έχουν γενικότερα ένα καταλυτικό ρόλο σε πάρα πολλούς τομείς της ζωής μας. Στην προκειμένη, αυτό ισχύει γιατί νιώθουμε λες και γράφοντας σε οτιδήποτε άλλο πέραν του χαρτιού, πως έχουμε το ελεύθερο να είμαστε πιο πρόχειροι κι απρόσεκτοι, λες κι οι κανόνες γίνονται πιο ελαστικοί ή χειρότερα απαλείφονται αν είναι να γράψουμε ένα email, ένα ποστ στο facebook, ένα μήνυμα στις πλατφόρμες επικοινωνίας, απ΄ ότι αν το γράφαμε σε χαρτί.

Κάτι που κάνει προφανές το γεγονός πως είναι συγκεχυμένη στο μυαλό μας η έννοια «γραπτός λόγος». Γραπτός λόγος δεν είναι μόνο να πάρω χαρτί και πένα και να αρχίσω να γράφω. Γραπτός λόγος δεν είναι μόνο ένα επίσημο έγγραφο το οποίο θα περάσει από τα χέρια «εξεχόντων προσωπικοτήτων». Οτιδήποτε γράφουμε κάπου είτε σε χαρτί όπως ένα σημείωμα, μια λίστα αγορών, ένα άρθρο, μια παραγγελία, το ημερολόγιό μας, ένα γκράφιτι, είτε είναι ηλεκτρονικό, αποτελεί γραπτό λόγο κι οφείλουμε να τηρούμε τους κανόνες ορθογραφίας και σύνταξης.

 

 

Βολευόμαστε όμως πίσω από δικαιολογίες όπως «βιαζόμουν, ε καλά δεν έγινε και κάτι ή δεν έδωσα προσοχή, αλλά δεν είναι ότι δεν το ξέρω, αν έδινα προσοχή θα το ‘κανα σωστά», για να μην πούμε την αλήθεια, ότι δηλαδή αυτό είναι αποτέλεσμα άγνοιας, αμέλειας, γύρω από τους κανόνες γραφής ή ακόμη χειρότερα πλήρης απαξίωσης του γραπτού λόγου. Μιας απαξίωσης που εκφράζεται συχνά μέσα από την εξής κοινότυπη φράση «εγώ είμαι γιατρός, λογιστής, μαθηματικός, αθλητής, τεχνίτης, πωλητής» -κι ό,τι άλλο δεν έχει άμεση σχέση με τη γραφή και την ελληνική γλώσσα- «τι τη θέλω την ορθογραφία και τη σύνταξη;». Σαν να λέμε αυτόματα πως το λειτούργημά μας είναι σκαλιά ανώτερο από τη σημασία της σωστής χρήσης του γραπτού ελληνικού λόγου κι ότι μ’ αυτό προσφέρουμε πολύ περισσότερα σ’ εμάς και στην κοινωνία απ’ ότι αν γράφουμε σωστά κι ορθογραφημένα.

Ξεχνάμε όμως πως ο γραπτός λόγος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη μεταξύ μας επικοινωνία και συνεννόηση. Πως ένα λάθος σημείο στίξης ή η παντελής απουσία του, είναι ικανά να αλλάξουν τη σημασία ολόκληρης της πρότασης. Πως ένα ανορθόγραφο μήνυμα θα δυσκολέψει αφάνταστα το μυαλό μας να αναγνωρίσει πρωτίστως τη σημασία της λέξης κι έπειτα τη σημασία μιας φράσης. Θα το σοκάρει και θα το μπλοκάρει, και θα μας κάνει να διαβάσουμε δύο και τρεις φορές το ίδιο πράγμα, ανατρέχοντας μέσα σε δευτερόλεπτα ανάμεσα σε διάφορα πιθανά σενάρια ως προς την ερμηνεία αυτού που διαβάζουμε, -αναλόγως και των συμφραζομένων-, μέχρι στο τέλος να καταφέρουμε να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εμπεδώσουμε. Πολύ εύστοχα ο Γκάιτε έγραψε περί αυτού, το εξής «Κάθε φορά που βλέπω ένα τυπογραφικό λάθος, αναρωτιέμαι αν έχει εφευρεθεί κάτι καινούργιο».

Σίγουρα δεν είναι εύκολο να θυμόμαστε πώς γράφεται η κάθε λέξη, ιδίως αν αυτή δε συμπεριλαμβάνεται και συχνά στο λεξιλόγιό μας. Αν όμως είμαστε γνώστες της προέλευσής της, αν είμαστε σε θέση να μπορούμε να δουλέψουμε την ετυμολογία της, τότε θα μπορούμε και να βρούμε το πώς γράφεται. Διότι καμία λέξη δεν είναι τυχαία γραμμένη όπως είναι, αλλά έχει ολόκληρη ιστορία από πίσω. Η λεγόμενη ιστορική ορθογραφία, κατά τον Μπαμπινιώτη, η οποία ομαδοποιεί τις λέξεις μορφικά σε οικογένειες που έχουν την ίδια βασική σημασία και προέλευση.

Από πότε θεωρείται σπατάλη το να μάθει κανείς να μιλά και να γράφει σωστά τη γλώσσα του; Από πότε θεωρούνται σπατάλη οι βάσεις και τα θεμέλια; Άσχετα με το τι θα ακολουθήσει μετά επαγγελματικά ο καθένας.  Τι πάει να πει «δε θα γίνει το παιδί φιλόλογος»; Ούτε γυμναστής θα γίνει, αλλά χρειάζεται να έχει την άσκηση στη ζωή του και να έχει ένα υγιές σώμα. Ούτε μαθηματικός θα γίνει, αλλά χρειάζεται να ξέρει πόσο κάνει 20€ μείον 14,60€ ώστε να ξέρει τι ρέστα να περιμένει από τον μπακάλη. Ούτε μάγειρας και ηλεκτρολόγος θα γίνει, αλλά του χρειάζεται να ξέρει να βράσει ένα αυγό, να ψήσει ένα μπιφτέκι, να αλλάξει μια λάμπα. Ακριβώς το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τη γλώσσα.

Μπορεί να μη γίνει φιλόλογος, αλλά όλη η βιβλιογραφία που θα συναντήσει μετέπειτα στις σπουδές του είναι βασισμένη σ’ αυτούς ακριβώς τους κανόνες και την ιστορία της γλώσσας μας. Τα βιβλία που θα διαβάσει στον ελεύθερό του χρόνο, τα άρθρα επιστημονικά και μη, τα περιοδικά, οι συνταγές. Όλα. Όλο το νόημα κρύβεται ακριβώς στη σωστή χρήση αυτών των «πρώτων υλών». Πιο πρακτικά, θα πρέπει αργότερα ο ίδιος να συντάξει κάτι, μια επιστολή, ένα email, ένα γράμμα. Κι όσο κι αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, το να είναι κανείς ανορθόγραφος κτυπάει τόσο άσχημα στο μάτι, που δεν πα’ να είναι και ο καλύτερος στον τομέα του, όποιος κι αν είναι αυτός, θα λειτουργήσει μειονεκτικά για το πρόσωπό του.

Το τραγικό είναι ότι μάθαμε να τα εμπορευματοποιούμε όλα και να ψάχνουμε ένα προφανές κέρδος από το καθετί, αν είναι και χρηματικό ακόμη καλύτερα. Έτσι όταν η κουβέντα έρχεται στη γλώσσα και τη χρήση της και δε βλέπουμε κάποιο εξόφθαλμο κέρδος, λέμε δεν έχει αξία. Το κέρδος όμως πολλές φορές στη ζωή μας είναι άυλο. Το κέρδος στην προκειμένη είναι να είναι κανείς ένας άνθρωπος, που πέραν από ακαδημαϊκά μορφωμένος, θα είναι και καλλιεργημένος και πνευματώδης, που γνωρίζει  και τιμά τη γλώσσα η οποία τον βοηθά σε καθημερινή βάση να επικοινωνεί. Στην τελική τι θα ήταν το επάγγελμά μας αν δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας; Αν δεν υπήρχε μια κοινή συμφωνημένη γραμμή ώστε να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε μεταξύ μας τι λέμε και τι γράφουμε;

Το πρόβλημα λοιπόν είναι ότι θα χάναμε την ιστορική φυσιογνωμία και ταυτότητα κάθε λέξης. Λέξεων που έγιναν η βάση για δημιουργία τόσων άλλων σε διεθνείς γλώσσες. Δε θα υφίστανται πλέον ολόκληρο το ετυμολογικό υπόβαθρο και πεδίο της λέξης. Θα υπήρχε σύγχυση μεταξύ των λέξεων και των εννοιών τους, αφού το φίλος (οικογένεια) θα μπερδευόταν με το φίλο (γενετικό φύλο) ή το φίλο (των δέντρων). Το κενός (άδειος) με το κενός (καινούργιος) θα γίνονταν ένα. Με προσπάθειες, επαναλήψεις και συμφραζόμενα, το νόημα θα εμφανιζόταν. Αλλά με τι κόστος; Την παραγωγή ενός χαμηλού ποιοτικού λόγου. Και με ουσιαστικό κέρδος τι; Ότι γλιτώσαμε χρόνο; Ωραία πέστε γλιτώσαμε, και τον κάναμε τι; Τον αξιοποιήσαμε όντως κάπως πιο παραγωγικά; Ή απλά κουβέντα να γίνεται, αρκεί να ‘χουμε ακόμη κάτι λιγότερο να μάθουμε στη ζωή μας που το βαριόμαστε;

Έχουμε την τύχη να χρησιμοποιούμε μια από τις πλουσιότερες γλώσσες στον κόσμο, κι εμείς είμαστε πρόθυμοι να τη θυσιάσουμε, από άποψης σωστής ορθογραφίας και σύνταξης, στο βωμό της δήθεν αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας στην επικοινωνία. Πολύ ωμά, να πετάξουμε στα σκουπίδια ιστορία, ερμηνείες, συνδέσεις και ετυμολογίες αιώνων, απλά επειδή βαριόμαστε να μάθουμε, να ψάξουμε και να διορθώσουμε. Με το ίδιο σκεπτικό ας καταργήσουμε και την ολοκληρωμένη σύνταξη μιας πρότασης στην ομιλία. Ας λέμε μόνο της βασικές λέξεις κι ό,τι πάρει κι ό,τι καταλάβει ο καθένας. Κι αυτό χρόνο θα μας κέρδιζε. Απλά κι ωραία. Πώς ήταν οι πρόγονοι μας και οι άνθρωποι των σπηλαίων που συνεννοούνταν με επιφωνήματα, μια κάπως αυτοσχέδια νοηματική και εικονογραφίες; Ε, αυτό.

Συντάκτης: Άννα Μετόχη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου