Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

Μετά από 1 χρόνο, 2 εβδομάδες και 5 μέρες (τις μέτρησα σαν να ήξερα πότε εμείς οι δύο θα χωρίζαμε) απομακρυνθήκαμε δια παντός, αμετάκλητα και οριστικά, όπως σου είχα φωνάξει δυνατά εκείνη τη μέρα. Εάν με ρωτάς δε θυμάμαι τον λόγο που είχαμε μαλώσει εκείνο το μεσημέρι αλλά όταν το ανακαλώ στη μνήμη μου προσέχω λίγο καλύτερα τα βουρκωμένα σου μάτια (εσύ που ποτέ δεν έκλαιγες) και τον ακανόνιστο χτύπο της καρδιάς μου. Πλησίαζε το τέλος μας και το γνωρίζαμε και οι δύο, οπότε απλώς φύγαμε και ψελλίσαμε δύο άηχα «να προσέχεις». Αυτό το λέγαμε και στον εαυτό μας και ο ένας στον άλλον. Τουλάχιστον παραδεχτήκαμε ότι όταν ήμασταν μαζί προσέχαμε ο ένας τον άλλον πάντοτε, σαν μία μυστική υπόσχεση μεταξύ μας που ακόμα και εάν δε συνεχίζαμε να ήμασταν μαζί θα προσέχαμε νοητά τους εαυτούς μας και τον άλλον στη σκέψη μονάχα, γιατί πλέον θα ήμασταν μακριά.

Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια και ήλπιζα πως θα μπορούσα να παραδεχτώ πως δε σε σκεφτόμουν, δε σε πρόσεχα όπως είχα τάξει τότε αλλά θα έλεγα ψέματα. Δεν ήσουν από τους ανθρώπους που λησμονούνται εύκολα. Το σύμπαν, η τύχη, το πεπρωμένο (;) ήθελε να μας δοκιμάσει, να μας θέσει ένα τελευταίο -κατ’ εκείνο- ερώτημα και μας έκανε να συναντηθούμε σε μία φαινομενικά σωστή στιγμή για το μέλλον μας. Σε αντίκρισα και με κοίταξες, ήμασταν μόνοι. Όταν είχαμε πρωτογνωριστεί κοιταχτήκαμε συνωμοτικά λέγοντας πως δε θα μπορούσαμε να υπάρξουμε με κανέναν άλλον άνθρωπο και όπως ήταν αναμενόμενο κρυφτήκαμε. «Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σε μένα» μου είπες και αμέσως χάθηκα στις συναναστροφές μου, σε λόγια που άλλοι έλεγαν αλλά στα ακούσματα μου έφταναν σαν βοές, ενώ κοιτούσα τους πάντες για να μην κοιτάξω εσένα. Αλλά επέμενες να συστηθείς σε όλους, ακόμα και σε μένα. Πίστεψες πως σε ξέχασα; Μου άπλωσες το χέρι, λες και δεν είχες αγγίξει το σώμα μου, σαν να μην είχες νιώσει ποτέ την καρδιά μου να πάλλεται για σένα. Μου συστήθηκες ξανά όπως την πρώτη φορά και εγώ λες και το βιβλίο της ζωής μας είχε ξεκινήσει για άλλη μια φορά απ’ την αρχή, κοκκίνισα στο άκουσμα της φωνής σου. Το φως των ματιών σου ήταν εκτυφλωτικό και το μειδίαμα των χειλιών σου σχεδόν προκλητικό. Εάν ήμουν λίγο πιο τολμηρή ίσως σου ανταπέδιδα το χαμόγελο αλλά ο ηλεκτρισμός ανάμεσα μας με καθήλωσε.

Έφυγα μακριά σου (για ακόμα μία φορά) με πρόσχημα την αποπνικτική ατμόσφαιρα, παρ’ όλο που δεν ήταν τόσο ψέματα καθώς και μόνο η παρουσία σου μπορούσε να εγκλωβίσει. Η νύχτα ήταν όμορφη και όπως κάθε βράδυ μαζί σου, έμελλε κι αυτό να μου μείνει αξέχαστο. Ο καλοκαιρινός αέρας που είχε απομείνει μέσα Σεπτέμβρη θα εξασθενούσε κι αυτός σιγά σιγά δίνοντας τη θέση του στον χειμώνα που τόσο αγαπούσαμε και οι δύο. Αισθάνθηκα τη θέρμη του σώματός σου όταν με πλησίασες, το άρωμά σου κατάκλυσε τον χώρο και για μια στιγμή έκλεισα τα μάτια μου για να το απολαύσω σε όλο το μεγαλείο του. «Με σκεφτόσουν καθόλου;». Παρελθόν. Με ρώτησες, αλλά εμένα μου φάνηκε πιο πολύ σαν προσταγή. Χαμογέλασα. Πώς θα μπορούσα να μη σε σκέφτομαι; Αντ’ αυτού όμως πέρασα στην επίθεση. «Εσύ με σκέφτεσαι;». Ενεστώτας. Οπότε με φίλησες σαν να μην υπήρχε ούτε παρελθόν, ούτε παρόν για εμάς τους δύο, μονάχα μέλλον. Άγνωστο πού εκτεινόταν στο άπειρο. Μου είχες πει πως ο άνθρωπος μπορεί να σταματήσει τον χρόνο μόνο με το φιλί και εσύ έβρισκες συχνά ευκαιρίες για να επιβάλλεσαι στο σύμπαν. Το βράδυ μάς βρήκε σφιχταγκαλιασμένους μετά την μακρόσυρτη μας συζήτηση που παρεμποδιζόταν από την ανάγκη σου για τον σταματημό του χρόνου.

«Πρόσεχες μικρή;» με ρώτησες σαν να ήξερες και εγώ σου έγνεψα.

«Γιατί εγώ σε πρόσεχα στο μυαλό, στην ψυχή και στην καρδιά μου». Και ο χρόνος σταμάτησε.