Έλα, κράτα με από το χέρι να κάνουμε μια μικρή βόλτα στην Αθήνα του 1960. Ανυπομονώ να «γεμίσουμε» με ήχους, μυρωδιές κι εικόνες που ξεπήδανε από το ασπρόμαυρο φόντο της, διότι η Αθήνα δεν ήταν πάντα έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα -και μια περιπλάνηση στην εποχή του τότε αρκεί για να συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύ έχουν αλλάξει τα πράγματα.

Έλα να πιαστούμε αγκαζέ λοιπόν και να ταξιδέψουμε όσο ακούμε απ’ το πικ απ «έχουμε ως το απόγευμα δρόμο αρκετό, ασ’ το το χεράκι σου να σου το κρατώ». Πάμε γρήγορα στο κέντρο της πόλης, στο Μοναστηράκι, στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, να γελάσουμε δυνατά και να φάμε παγωτό -κι ας πέρασε πια το καλοκαίρι. Πάμε εκεί που η Αθήνα μόνο χόρευε κι έμοιαζε να μην κοιμάται ποτέ.

Τα αστικά ασπρομπλέ λεωφορεία, τα τρόλεϊ με το γνωστό κίτρινο τους χρώμα κι ήχοι από τις σφυρίχτρες των τροχονόμων σημάνουν την έναρξη της ημέρας. Οι σαλεπιτζήδες, οι καστανάδες και οι κουλουράδες έχουν στήσει από πολύ πρωί τους πάγκους τους γεμίζοντας όλους τους δρόμους με αρώματα και γεύσεις.

Λίγο παρακάτω ο λουστρατζής καθαρίζει τις πολυχρησιμοποιήμενες βούρτσες του περιμένοντας τον πρώτο πελάτη που θα τοποθετήσει το παπούτσι του πάνω στο κασελάκι. Ο εφημεριδοπώλης ξυπνάει την πόλη φωνάζοντας τους σημαντικότερους τίτλους απ τα νέα της ημέρας. Πιο κάτω, τα καφενεία είναι έτοιμα να υποδεχτούν τους πρωινούς θαμώνες σε τραπεζάκια τσίγκινα και στρογγυλά με ψάθινες καρέκλες. Δίπλα στα τραπεζάκια, υπάρχουν γλάστρες με γιασεμί που το άρωμα του μπερδεύεται με ‘κείνο απ’ το γλυκό του κουταλιού και τον ελληνικό καφέ.

Την πρωινή ανάγνωση της εφημερίδας διακόπτει ο λαχειοπώλης της γειτονιάς επιμένοντας να αγοράσει κάποιος το λαχείο που θα του αλλάξει τη ζωή. Στα στενά σοκάκια της πόλης τα πράγματα κυλούν λίγο πιο αργά, πιο μεθυστικά. Ανάμεσα τους περνάει ο λατερνατζής παίζοντας σκοπούς μελωδικούς και παραμυθένιους. Τα χαμηλά σπίτια με τις αυλές, οι ανθισμένες βουκαμβίλιες και τα απλωμένα ρούχα που στεγνώνουν κάτω απ’ τον μεσημεριανό ήλιο είναι οι πρωταγωνιστές στην εικόνα αυτή που γεμίζει τους πάντες νοσταλγία.

Σαν το σούρουπο πλησιάζει η άλλοτε ταπεινή Αθήνα του μεροκάματου, μετατρέπεται σε κοσμική κυρία και υποδέχεται τη νύχτα με λαμπερά φώτα και μουσική. Το καλό κρασί και το μπουζούκι συνοδεύει τη διάθεση των ανθρώπων σ’ όλα τα ταβερνάκια της πόλης. Τσιτσάνης, Ζαμπέτας, Χιώτης, Μαίρη Λίντα ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη κάνοντας τα γύψινα σπασμένα πιάτα στα πόδια των χορευτών, να μην λείπουν ποτέ απ’ το πλάνο. Χορός και τραγούδι, τραβάνε το βράδυ μέχρι αργά.

Οι ώρες περνούν με τις τελευταίες παραγγελιές ν’ ακούγονται και το κρασί στα ποτήρια να τελειώνει όσο ο κόσμος σιγά-σιγά δέχεται τη βραδινή ζαλάδα από το χορό και το αλκοόλ. Ζευγάρια που φεύγουν πιασμένα χέρι-χέρι, αγκαλιές και γέλια μεταξύ φίλων σημαίνουν τη λήξη της νύχτας. Τώρα ο καθένας βαδίζει προς το σπιτικό του. Μόνο το βήματα ακούγονται στους ήσυχους δρόμους της Αθήνας, μόνο τα βήματα και το σφύριγμα απ το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς: «Tο τελευταίο ποτηράκι…».

Και σαν γυρνάμε κι εμείς στο σήμερα, αποχαιρετώντας την Αθήνα του τότε, ελπίζουμε τουλάχιστον σ’ ένα πράγμα, στο ότι όλες αυτές οι αλλαγές, κάποτε, θα μας βγουν σε καλό και θα συνοδεύονται με αλλαγή στον τρόπο σκέψης μας -και δε θα έχει γίνει το πράσινο, άδικα τσιμέντο.

 

Πηγή Φωτογραφίας

Συντάκτης: Βιβή Νάκα
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου