paneri612

Διαβάστε το Μέρος Α’ εδώ.

 

Πέρασαν μήνες, χρόνια αλλά αυτοί άφθαρτοι. Άφθαρτοι στο χρόνο. Είχαν σιωπηλά στοιχηματίσει να ανήκουν σε εκείνες τις αγάπες που ποτέ δε θα ακουμπήσουν το μέτριο, θα φτάνουν στον ουρανό, θα τον αγγίζουν και μετά πάλι κάτω.

Τα μηνύματά τους αποτελούσαν μνείες στον έρωτα. Οι επαφές τους αξιοζήλευτες για κάθε περαστικό. Βέβαια, δεν είχαν κανέναν θεατή στο αριστούργημά τους, κάτι που μετά από ένα σημείο γέμιζε την Ιφιγένεια με αμφιβολία και τρόμο. Ελάχιστοι άνθρωποι θα γινόταν μάρτυρες της μυστικής εκείνης σφαγής.

Εκείνη είχε βρει το δάσκαλό της, τον είχε ονομάσει Ήλιο και περιστρεφόταν γύρω από εκείνον. Τη βοηθούσε, της μάθαινε πράγματα, τη φρόντιζε, δεν την άφησε ούτε μία μέρα χωρίς χάδι, χωρίς αγκαλιά, έστω κι αν ήταν με δόσεις. Στις συναντήσεις τους, έβρισκαν  τις φωλίτσες τους και διάβαζαν ποίηση, έκαναν ανάλυση έργων τέχνης, απεύθυναν λόγια αγάπης ο ένας στον άλλο, μοιραζόταν τις πιο κρυφές τους σκέψεις.

Ο Νικήτας συνήθιζε να δημιουργεί σενάρια φαντασίας με πρωταγωνιστές τους ίδιους και να τα παίζει μπροστά της. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια κι  ερχόταν ακόμα πιο κοντά του. Τον αγαπούσε. Εκείνα τα χρόνια τα είχε ονομάσει: διάπλαση. Σμιλευόταν απ’ τη ζωή κι άρχισε να παίρνει τη μορφή του.

Εκείνος άνηκε σωματικά αλλού, πνευματικά όμως βρισκόταν συνέχεια μαζί της. Θα έβρισκε χρόνο μέσα στη μέρα του, να τη δει, να τη γεμίσει χάδια. Ήταν πάντα δίπλα της, πίσω από την κουρτίνα και την πρόσεχε όσο κανείς άλλος. Μπορεί  να μην της δινόταν ολόκληρος αλλά σε αυτήν έδινε τα καλύτερα κομμάτια του. Πέθαινε να βλέπει το θαυμασμό στα μάτια της, την ασίγαστη φλόγα της και το πάθος που έβγαζε στους πίνακές της μετά τη γνωριμία τους. Του έμοιαζε με έναν περίεργο τρόπο κι αυτό τον γοήτευε απίστευτα.

Η σχέση τους χαρακτηριζόταν απ’ τη σταθερή αλλά στάσιμη αγάπη του και απ’ τις δραματικές εισόδους και εξόδους της. Κάθε φορά που ένιωθε πως τον πλησίαζε αρκετά, ένιωθε να καίγεται κι εξαφανιζόταν, άλλοτε για τρεις, άλλοτε για έξι μήνες. Είχε αποδεχτεί την κατάστασή του, αλλά δεν άντεχε να τον χάσει ολοκληρωτικά.

Όλοι οι άλλοι, ήταν περαστικοί που γέμιζαν τα κενά του κι αποτελούσαν το διάλειμμά της απ’ την εργασιομανία που τη διακατείχε. Είχαν συνηθίσει να υπάρχουν με αυτό τον τρόπο ο ένας στη ζωή του άλλου.

Μέχρι που ήρθε εκείνο το βράδυ. Η Σελήνη τους έκανε παρέα, συνένοχος σε όλα όσα θα επακολουθούσαν. Ο Νικήτας ήταν ανεξήγητα εκφραστικός. Την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του και την έλουζε με αγάπη.

«Είσαι ο άγγελός μου και πάντα θα έχεις την πιο ξεχωριστή θέση στη ζωή μου, σε ένα συννεφάκι πάνω από όλα τα άλλα. Ό,τι και αν συμβεί, θα έχεις πάντα το πράσινο φως στη ζωή μου», της σιγοψιθύριζε.

Αυτή δεν απαντούσε, αφηνόταν να νιώσει τις λέξεις του. Είχε τόσες ενστάσεις που ακόμα μία φορά να της έλεγε δυνατά, θα έπρεπε να φύγει μια και καλή από κοντά του. Κι αυτό δεν ήταν έτοιμη να το κάνει. Δεν ήθελε να το κάνει.

«Θέλεις να κάνουμε ένα τατουάζ μαζί, για εμάς;», της είπε αυθόρμητα και με ένα τεράστιο χαμόγελο. «Είσαι τρελός», του απάντησε, αλλά μέσα της η ελπίδα πόνεσε το σώμα της. Πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο διαφορετικό. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της, σαν να ήθελε να πιάσει το όνειρο  δυνατά, να μην της φύγει ποτέ ξανά.

Αποχωρίστηκαν με το ζόρι εκείνο το βράδυ. Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά κι η αγαπημένη της φίλη, η Ειρήνη, την κάλεσε στο κινητό. «Ο Νικήτας παντρεύεται». Είπε και κάτι ακόμα, απροσδιόριστο, αλλά η φράση αυτή έπαιζε στο repeat.  Πέρασαν 2 ώρες με ανοιχτό το κινητό. Η Ιφιγένεια έκλαιγε αλλά δεν είχε δύναμη να κλείσει το τηλέφωνο. Ένιωθε μουδιασμένη, σοκαρισμένη. Χειρότερο απ’ το να μην έχεις ελπίδα είναι να στην αρπάζουν μόλις την έχεις βρει.

Ο Νικήτας σαν να το κατάλαβε, προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της αλλά αυτή είχε χαθεί. Κατηγορούσε τον εαυτό του αλλά ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Προετοιμαζόταν όλη τη μέρα στον καθρέφτη, πώς να της το πει και το μόνο που του βγήκε είναι να κάνει ερωτική εξομολόγηση. Την είδε να λάμπει στην αγκαλιά του και κάθε φορά που πήγαινε να της το πει, δεν μπορούσε, δεν άντεχε να χαλάσει το όνειρό τους.

Κάπου μετά από τρεις μέρες η Ιφιγένεια απάντησε και δόθηκε η συνάντηση που τόσο πολύ έτρεμαν κι οι δυο. Αυτή εμφανίστηκε με ένα άσπρο φόρεμα  που θα στοίχειωνε τα όνειρά του στο υπόλοιπο της ζωής του.

«Μην το κάνεις, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, μην παντρεύεσαι. Πώς μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο με μια γυναίκα που δεν έχεις καν μια όμορφη σχέση. Πιο πολύ βλέπεις εμένα παρά εκείνη. Πώς μπορείς να το κάνεις όταν νιώθεις όλα αυτά για κάποια άλλη;» Η Ιφιγένεια τον πυροβολούσε. Δεν καταλάβαινε τις συμβιβαστικές σχέσεις. Αρνούταν να τις αποδεχτεί. Τα δάκρυά της, η πληγωμένη της εικόνα και τα προφητικά της λόγια τον πονούσαν, αλλά έπεφταν σε τοίχο, εκείνο το βράδυ.

«Έχω πολύ σοβαρό λόγο, εμπιστεύσου με, κορίτσι μου, θα στον πω κάποια στιγμή αλλά όχι ακόμα», έλεγε στην προσπάθειά του να μην τη χάσει για πάντα.

Ξαφνικά η Ιφιγένεια πάγωσε. Κατάλαβε, ίσως, πως ο Ήλιος είχε δύσει. Κι αυτή κρύωνε, κρύωνε τόσο πολύ. Αυτός την αγκάλιασε σφιχτά αλλά ένιωσε πως μέσα στην αγκαλιά του βρισκόταν πλέον κάποια άλλη.

Ο Νικήτας προχώρησε χωρίς την παρουσία της. Ήταν μισός και μόνος πια με τις επιλογές του. Αυτή, ξέχασε πια όσα ήξερε και τάχθηκε απέναντι στον έρωτα, την αγάπη. Ήταν μόνη πια, παρέα με τη Σελήνη και τα σκοτάδια της.

Κανείς δε θα μπορούσε να ξέρει πως η μοίρα δε θα τους παρατούσε ήσυχους τόσο εύκολα. Τα δύσκολα ακόμα δεν είχαν έρθει για τους δυο παραιτημένους απ’ την αγάπη.

 

Επιμέλεια Κειμένου Χαράς Βλαχοδήμου: Πωλίνα Πανέρη

 

Συντάκτης: Χαρά Βλαχοδήμου