Στο μυαλό μου μικρή πάντα ξεχώριζα δύο είδη ανθρώπων, αυτούς που λειτουργούσαν στα καλύτερά τους όταν έβαζες τον ανταγωνισμό στο παιχνίδι και σε όσους -λιγοστούς- απέμεναν όπου η ιδέα του ανταγωνισμού τους άφηνε παγερά αδιάφορους, έως και ελαφρά ενοχλημένους. Βρισκόμενη στη συντριπτική μειονότητα αυτής της εξέχουσας διάκρισης προσπαθούσα πάντα να κατανοήσω τους λόγους πίσω από αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο που επαναλαμβανόταν συνεχώς μπροστά μου. Μεγαλώνοντας, η απάντηση δόθηκε με κάθε δυνατό τρόπο, αφού ήταν ξεκάθαρο πώς κάθε κομμάτι της επαγγελματικής αλλά και της κοινωνικής ζωής όλων μας, διέπεται ως επί το πλείστον από τους θεσμούς του απόλυτου ανταγωνισμού.

Τι θα πει όμως ανταγωνισμός; Ο καλύτερος τρόπος να κατανοήσεις κάτι είναι το να σου δοθεί μια περιγραφή. Όταν λοιπόν αναφερόμαστε στον ανταγωνισμό, ο καθένας έχει να δώσει πιθανά μια δική του, εντελώς διαφορετική περιγραφή στο φαινόμενο. Ετυμολογικά και μόνο προϊδεάζει πως μάλλον θα αφορά κάποιο είδος αγώνα και όπως ξέρουμε, όπου υπάρχει αγώνας υπάρχει και νικητής. Ο νικητής βέβαια απαιτεί και ηττημένους, κάτι το οποίο δεν ακούγεται και ιδιαίτερα ευχάριστο για την πλειονότητα των συμμετεχόντων. Παρ’ ολ’ αυτά δε φαίνεται να πτοεί τους περισσότερους, παρά να τους εμπνέει ή καλύτερα, να τους οπλίζει με περίσσιο θάρρος, έτσι για να τονίζουμε και τη μαχητικότητα που πηγάζει από το γεγονός. Για πολλούς βέβαια, η ζωή ολόκληρη είναι ένα πεδίο μάχης, οπότε υπό αυτή τη σκοπιά η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί εξελικτικό πλεονέκτημα για όσους την κατέχουν.

Η μαχητικότητα αυτή είναι που φαίνεται να κινεί και τα νήματα τελικά και μάλιστα ποικιλοτρόπως. Είναι σαν να λέμε το λάδι στη μηχανή της αναπτυσσόμενης κοινωνίας και ταυτόχρονα το σπίρτο που της βάζει τη φωτιά. Τι πάει να πει αυτό όμως; Βλέπεις, πέρα από το να ορίσουμε την πηγαία αυτή ανάγκη μας για υπεροχή ως ανταγωνιστικότητα, έχουμε διακρίνει αυτή τη συμπεριφορά σε δύο κύριες κατηγορίες. Μεταξύ λοιπόν αθέμιτου και θεμιτού ανταγωνισμού, μπορείς να διακρίνεις πλέον θολά μια τέως ξεκάθαρη γραμμή, η οποία έχει ορισθεί ως μέτρο έναντι στο επίπεδο μαχητικότητας που κανείς μπορεί να επιδείξει, στην προσπάθειά του να αποκτήσει αυτό που θέλει. Με άλλα λόγια, αυτό που κάποιοι θέλουν να ονομάσουν υπερβάλλοντα ζήλο όταν δικαιολογούν τις τακτικές τους για να κερδίσουν, εμείς το ονομάσαμε αθέμιτο ανταγωνισμό.

Ίσως να παίζω με τις λέξεις, ή πάλι ίσως αυτό να είναι το παιχνίδι που θα ρίξει το απαιτούμενο φως στην υπόθεση. Πώς μπορείς εξάλλου να εξηγήσεις αλλιώς το ότι καταφέραμε να βάλουμε κάτω από την ίδια ομπρέλα, ένα φυσικό χαρακτηριστικό το οποίο διακρίνεται έντονα ή όχι στην πλειονότητα από εμάς και έχει να κάνει απόλυτα με την ανάγκη μας να πετύχουμε τους προσωπικούς μας στόχους, μαζί με την ανάγκη κάποιων να υπερέχουν σε κάθε επίπεδο και με κάθε δυνατό τρόπο, ανεξαρτήτως στόχων και επιτευγμάτων;

Οι ορισμοί φυσικά έχουν ελάχιστη σημασία, το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ίσως το να θέσουμε ξανά αυτά τα όρια, να τονίσουμε αυτή τη θολή γραμμή που πολλοί προσπαθούν να διαγράψουν και μαζί να διαγράψουν κάθε κανόνα, αλλά κυρίως κάθε αξία που διέπει τη προσπάθεια του καθενός να χαράξει την πορεία του. Ίσως έτσι καταφέρουμε να προστατέψουμε όχι απαραίτητα εμάς, αλλά τη συλλογική προσπάθεια που μπορεί να υπάρξει για ανέλιξη. Ακούγεται ουτοπικά ελπιδοφόρο, αλλά υπάρχουν ακόμη αυτοί που πιστεύουν πώς η επιτυχία δεν είναι το τελευταίο εισιτήριο στο ταμείο, έτσι δε χρειάζεται να τη διεκδικήσεις από κανέναν, παρά μόνο απ’ τον εαυτό σου.

Στην τελική, με ή χωρίς το χαρακτηριστικό της ανταγωνιστικότητας, ο καθένας μας μπορεί να έχει ένα μέρος από τη πίτα της επιτυχίας, αρκεί μόνο να κάνουν πίσω όσα μαντρόσκυλα τη θέλουν όλη για πάρτη τους. Και αφού η φύση τους, δεν τους επιτρέπει τέτοιου είδους συμπεριφορά, είναι δική μας η ευθύνη να την εδραιώσουμε εκ μέρους τους.

 

Συντάκτης: Μαρία Μόρρου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου