Μπαίνει μέσα στο σπίτι αρχικά δειλά και διστακτικά, μετά από κάποιο διάστημα έρχεται με έναν αέρα οικειότητας, σαν να ανήκει εδώ. Ένας άγνωστος που έγινε σταδιακά μέλος της οικογένειά μας. Οι σύντροφοι των αδερφών μας δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο, ούτε καν απλώς ένας φίλος, γίνονται με τον καιρό κάτι σαν συγγενείς μας.

Έχουμε άλλη άνεση μαζί τους, στο πρόσωπό τους βρίσκουμε έναν υποστηριχτή, μια καλή παρέα, μια ασφάλεια πως το αίμα μας έχει κάποιον να τον προσέχει. Είναι ο άνθρωπος που έχει επιλέξει το αδελφάκι μας, που τον αγαπάει, και γι’ αυτό τον αγαπάμε κι εμείς.

Περνάμε χρόνο μαζί, ερχόμαστε κοντά μέσα από εμπειρίες και κοινές στιγμές. Αράζουμε όλοι μαζί στον καναπέ για ταινία, βγαίνουμε για φαγητό κι όταν θέλουμε να συζητήσουμε κάτι, συχνά ζητάμε τη συμβουλή τους, όπως κι εκείνοι τη δική μας.

Ίσως να μην ήμασταν απ’ την αρχή έτσι. Να μην τα πηγαίναμε καλά τον πρώτο καιρό. Δεν έφταιγαν εκείνοι, ήταν η καχυποψία της προστατευτικότητας. Θέλαμε να τους τεστάρουμε, να βεβαιωθούμε για τις προθέσεις τους, να δούμε τους σκοπούς τους και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων τους.

Ίσως να βλέπαμε το αδελφάκι μας να λιώνει για ένα μήνυμα ή να στεναχωριέται μετά από έναν καβγά τους και να βγάζαμε βιαστικά συμπεράσματα, κατηγορώντας μονίμως την άλλη πλευρά. Δεν ξέραμε  τι να σκεφτούμε. Να τους εμπιστευτούμε; Να τους βάλουμε  στην οικογένειά μας; Να τους θεωρήσουμε  φίλους σου ή να ‘μαστε αυστηροί κριτές απέναντί τους;

Όλα αυτά τα σκεφτόμασταν  μέχρι να τους γνωρίσαμε καλύτερα και να βεβαιωθούμε πως αξίζουν την αγάπη που τους προσφέρεται και πως κάνουν ευτυχισμένο το αδελφάκι μας. Καταλάβαμε ότι δεν ήρθαν για να πληγώσουν κανέναν, ίσα-ίσα για να γιατρέψουν πληγές, κι έτσι η θέση τους στην οικογένεια τους ανήκε.

Εντάξει, δε φερθήκαμε ούτε νιώσαμε έτσι για όλες τις σχέσεις τους, μόνο για αυτές που αισθανθήκαμε ως σημαντικές. Εξάλλου και τα αδέλφια μας συνήθως μας γνωρίζουν μόνο εκείνους που ξεχωρίζουν, εκείνους που δεν τους θεωρούν περαστικούς απ’ τη ζωή τους, αλλά αποφάσισαν πως θέλουν να μείνουν δίπλα τους.

Ξεκινήσαμε δειλά. Βγήκαμε πρώτα για έναν καφέ, για την τυπική γνωριμία. Να μιλήσουμε, να δούμε αν ταιριάζουμε και μετά σταδιακά βγαίναμε όλο και πιο συχνά. Άλλοτε ταιριάξαμε τόσο που βρήκαμε ένα νέο κολλητάρι στο πρόσωπό τους. Αλλά ακόμα κι αν χανόμασταν και κάναμε καιρό να βρεθούμε, μαθαίναμε τα νέα τους κι εκείνοι τα δικά μας, αφού μας ενώνει ένας άνθρωπος που αγαπάμε κι οι δύο πολύ κι έτσι όταν συναντιόμασταν ήταν σαν να μην πέρασε μέρα απ’ την τελευταία φορά που βρεθήκαμε. Σιγά-σιγά, με χρόνο, σεβασμό και κατανόηση χτίστηκε η σχέση μας, γι’ αυτό είναι τόσο δυνατή όσο ένας οικογενειακός δεσμός.

Ακόμα και να μην το παραδεχόμαστε ανοιχτά, χαιρόμαστε πολύ που υπάρχει ένας άνθρωπος που προσέχει το αδερφάκι μας, όταν εμείς δεν μπορούμε να ‘μαστε κοντά του, κάποιος που το νοιάζεται και το φροντίζει. Θέλουμε να το βλέπουμε χαρούμενο, να αγαπά και ν’ αγαπιέται. Με βάση αυτό και γνωρίζοντας πως δε θα επέλεγε δίπλα του όποιον να ‘ναι (εντάξει, κι αφού εξακριβώσουμε πως όντως αξίζει), το πρόσωπο αυτό είναι αυτομάτως και για μας σημαντικό.

Δεν είναι και λίγες οι φορές, μάλιστα, που κάναμε κάτι και φοβόμασταν ή έστω ντρεπόμασταν να το παραδεχθούμε στο αδελφάκι μας. Ίσως τρακάραμε το αυτοκίνητό του ή χαλάσαμε την αγαπημένη της μπλούζα και δεν ξέραμε πώς να τους το πούμε, ίσως απλά να καβγαδίσαμε όπως συνηθίζουμε τα αδέλφια. Όταν, λοιπόν, χρειαζόμαστε ένα διαμεσολαβητή-ειρηνοποιό αυτός είναι ο κατάλληλος άνθρωπος. Εκεί το εκμυστηρευόμαστε πρώτα και ζητάμε βοήθεια. Ξέρουμε φυσικά ότι αν κάποιος ίσως μπορέσει να τους ηρεμήσει είναι ο έρωτάς τους.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η σχέση του αδερφού ή της αδερφής μας μας κάνει να νιώθουμε περήφανοι για την επιλογή τους κι εφόσον βλέπουμε ότι τα αδέρφια μας τους αγαπούν, τους αγαπάμε κι εμείς λιγάκι παραπάνω, που ανέχονται τα αδέρφια μας και τους χαρίζουν τόσα χαμόγελα.

 

Συντάκτης: Κατερίνα Μάρου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη