Ερχόμαστε στη ζωή χωρίς να το επιλέξουμε. Δε μας ρώτησε κανείς αν θέλουμε να ‘χουμε το όνομα που έχουμε ή αν, αντί για την Ελλάδα, προτιμάμε να μεγαλώσουμε στο Κανκούν. Δε μας ρώτησε κανείς ποιον θέλουμε για νονό ή αν στην πρώτη τούρτα γενεθλίων θέλαμε τον Batman ή τη φάρμα των ζώων. Αν θέλαμε παπούτσια με κορδόνια ή αυτοκόλλητα, που βγαίνουν εύκολα. Αν θέλαμε να μάθουμε άλλη γλώσσα, πέρα απ’ αυτήν των αγγλικών. Και παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να τραβάμε με την ίδια ευκολία κουπί σε νερά που είναι κόντρα σε μας. Σε νερά που αναβλύζουν στη βάρκα μας και δεν κάνουμε κάτι για να μη βυθιστεί.

Ο λόγος για όλα εκείνα που ακόμα δεχόμαστε απ’ τους γονείς μας να μας μεταφέρουν. Όλα εκείνα που είδαμε πως δε μας ανήκουν, αλλά δεν τα αποβάλαμε από πάνω μας, γιατί έτσι. Γιατί δεν μπορέσαμε να μοιάσουμε στον εαυτό μας. Γιατί οι γονείς μας «ήταν οι καλύτεροι» και «θέλουν πάντα το καλό μας» κι εμείς συνεχίσαμε να το πιστεύουμε με τεράστια τάση για αυτοκαταστροφή. Ξεχάσαμε πως είναι απλώς γονείς μας, όχι θεοί μας. Γονιός σημαίνει να ‘χεις το μεγαλύτερο δικαίωμα για λάθος και τη μεγαλύτερη αιτία για συγχώρεση. Και ποτέ κανείς δεν πίστεψε πως το παιδί πάντα θα βρίσκει αιτία να συγχωρεί τον γονιό.

Κι έτσι συνέχισε να χτίζεται, με γερά θεμέλια, η οικογένεια που δε διαφωνεί ποτέ μεταξύ της κι υπογείως αναμασά όσα ήθελε να πει. Μια φούσκα από ψέματα, μυστικά κι εικονική ευτυχία. Σωρός από πράξεις του φαίνεσθαι. Κι ένα παιδί που η πραγματικότητα που έμαθε να σερβίρει έξω δε μοιάζει με όσα ζει στο σπίτι του. Η οικονομική άνεση, που ισχυρίζονται οι γονείς, δεν ταιριάζει με το ότι δεν σπούδασε εκεί που ήθελε λόγω ελλιπών πόρων ενώ η γκρίνια για περικοπές συνεχίζεται. Η αγάπη ανάμεσα στους συγγενείς ή και στο ίδιο το ζευγάρι που υποστηρίζουν πως υφίσταται διαφημίζοντάς τη σε κοινωνικές εκδηλώσεις, δε βρίσκει επαφή με τις απουσίες τους από τα οικογενειακά τραπέζια και τους καθημερινούς καβγάδες. Ένα θεαθήναι που είναι για το παιδί η αιτία να αποχωριστεί δύσκολα τα κόμπλεξ του.

Μια ανάγκη εσωτερική που, όσο μεγαλώνει, τόσο θα πολλαπλασιάζεται. Κι αυτό γιατί γύρω του θα ψάχνει να βρει έναν κόσμο που να μοιάζει στους γονείς του. Έναν κόσμο που βάση έχει το ψέμα, την υποκρισία και τη μοναξιά. Μια μανιακή αγάπη για ρόλους που δεν μπορεί να κατακτήσει ως άνθρωπος αλλά νοητικά αντιλαμβάνεται και ποθεί να έχει. Ένα ακούραστο παιχνίδι γονιών που δημιουργεί στο παιδί τη βλάβη του να ντρέπεται για το πώς μεγάλωσε, πού μεγάλωσε, με ποιους μεγάλωσε. Μια εικονική αυτοπεποίθηση που ποτέ δε θα μπορέσει να ‘ρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, γιατί πάντα θα κρύβονται οι γονείς από μπροστά.

Μέχρι πότε όμως; Μέχρι πότε θα ‘χεις ανάγκη να είσαι ο έρωτας των γονιών σου; Το άβουλο πλάσμα που χρειάζεται το αποπνικτικό ενδιαφέρον τους; Μια συναισθηματική ανωριμότητα που όλο και δε λέει να μεγαλώσει. Μέχρι πότε θα εθελοτυφλείς για να ‘σαι σε συνθήκες επιφανειακής ασφαλείας; Όλα όσα με κόπο σου έδωσαν, είναι τώρα στο χέρι σου. Μπορείς ανά πάσα ώρα και στιγμή να τα δεις, να τα αγκαλιάσεις, να τα διώξεις ή να τα σκοτώσεις. Κανείς και τίποτα δε σε εμποδίζει. Εκείνοι πάντοτε θα ‘ναι σε θέση να δίνουν. Έτσι είναι η φύση των γονιών. Το παιδί τους, όμως, είναι στη φύση του να μεγαλώνει και κάποια στιγμή να πατήσει στα πόδια του. Μόνο όταν πιστέψει στα δικά του, θα μπορεί να πει με σιγουριά πως αν μπορούσε να επιλέξει τους γονείς του, πάλι τους ίδιους θα επέλεγε.

Συντάκτης: Ιωάννης Σαββίδης
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη