Απόψε. Αυτό είπα, κι ήταν η πρώτη φορά που τα κατάφερα. Βρήκα τη δύναμη να πετάξω κάθε ενθύμιο και δώρο σου και μαζί τους κι όλες εκείνες τις στιγμές, παίρνοντας την ευχαρίστηση ότι γλιτώνω από σένα μια και καλή. Έσβησα όλες μας τις φωτογραφίες και μαζί μ‘ αυτές όλες τις κοινές μας αναμνήσεις. Ξεφορτώθηκα κάθε τι δικό σου, αντικείμενα διάσπαρτα μες στο σπίτι που μου υπενθύμιζαν πως κάποτε ήσουν εδώ, μαζί μου, δίπλα μου.

Αρνήθηκα ακόμη και ν’ αναφέρω το όνομά σου. Απόψε, όμως, έσβησα το φως χωρίς να φοβάμαι ότι θα με στοιχειώσουν οι ύπνοι και τα ξυπνήματά μας. Δε φοβάμαι πια το σκοτάδι, το συνήθισα. Ούτε και μια ζωή χώρια σου. Το συνήθισα κι αυτό. Χάος. Εδώ ανήκω τώρα.

Απόψε τα κατάφερα και δεν κοίταξα ούτε μια φορά το τηλέφωνο, ψάχνοντας ασυναίσθητα ένα οποιοδήποτε σημάδι επικοινωνίας. Κατάλαβα πως δεν έχω πια χρόνο να περιμένω, όχι για σένα τουλάχιστον. Άλλωστε, αυτές οι αναμονές ήταν που με διέλυσαν. Τώρα το ξέρω καλά κι αυτό το βράδυ κατάφερα να ξεφύγω. Απόψε σε νίκησα. Δεν ήρθες ούτε για λίγο στο μυαλό μου για να το βασανίσεις μέχρι να ξημερώσει. Δε σε θυμήθηκα ούτε μία φορά κι αρνήθηκα ν’ ανακαλέσω οποιαδήποτε ανάμνησή σου. Πονάνε οι άτιμες όταν ξέρεις ότι δε θα φτιάξεις νέες με τον ίδιο τρόπο.

 

 

Αυτό το βράδυ το αποφάσισα. Έκλεισα κάθε πόρτα που ενδεχομένως επιστρέφει πίσω σε σένα. Σταμάτησα να δικαιολογώ τ’ αδικαιολόγητά σου κι αρνήθηκα να κρατηθώ στα καλά που δεν ήταν τόσα για να μπορέσουν ν’ αντισταθμίσουν τα κακά. Μέτρησες άραγε πόσες φορές σκεφτήκαμε να το τελειώσουμε, σε σχέση με το πόσες είπαμε πως είναι ωραία -ούτε καν υπέροχα- που είμαστε μαζί; Απόψε, σταμάτησα επίσης  ν’ αγνοώ όσα στερήθηκα δίπλα σου. Δε μου επέτρεψα να λυπηθώ ούτε για όσα έχασα επιλέγοντας μια σχέση που με αρρώσταινε. Εγώ τα επέτρεψα όλα αυτά άλλωστε κι έπαψα να κρύβομαι από τον ίδιο μου τον εαυτό. Απόψε τα κατάφερα.

Και τελείωσα νομίζω και με τη θυματοποίηση. Άφησα να πέσει κάτω η δικαιολογία πως όταν αγαπάς πρέπει να ρίχνεις και ξύλο στον εαυτό σου, λες και θα σου πει κανένας μπράβο. Βρήκα αυτόν τον διακόπτη που λένε και τον έκλεισα. Έπαψα να νιώθω, και τότε κατάλαβα τι ένιωθα. Δεν ήταν αγάπη, ούτε έρωτας. Ήταν το πώς έβλεπα εμένα μέσα από σένα. Κι ήταν ένας λίγος, μικρός κι αναξιοπρεπής άνθρωπος.

Δεν έχω τίποτα να περιμένω πλέον. Απόψε μπορείς να πεις ότι πέθανα, αφού μαζί με ό,τι αφορά εσένα σκότωσα και τον εαυτό μου. Σε πέταξα μια και καλή απ’ τη ζωή μου και μαζί με σένα ξεφορτώθηκα κι ένα κομμάτι από μένα. Το χειρότερό μου.

Ακούς; Τα κατάφερα. Απόψε μετράω πάλι από το μηδέν.