«Σήκωσε, αν θες, το τηλέφωνο στη μάνα σου. Εσύ μπορείς, εγώ όχι πια» Η δεύτερη Κυριακή του Μάη. Είναι η μέρα που όλοι όσοι έχουμε ή δεν έχουμε τη μαμά μας, θα τη θυμηθούμε. Είναι κι αυτοί που θα ανεβάσουν story μαζί της, είναι κι οι άλλοι που την χαίρονται στα βαθιά γεράματα. Είναι και κάποιοι που λόγω άνοιας δεν τους θυμάται πια, είναι και μερικοί που την βλέπουν να υποφέρει, είναι και άλλοι που (εκείνοι ξέρουν γιατί) θέλουν να την ξεχάσουν. Είναι και κάποιοι που δεν την γνώρισαν ποτέ και άλλοι που την έχασαν σχετικά νωρίς. Είναι και μανάδες που σπαράζουν επειδή έχασαν τα παιδιά τους ή τα βλέπουν να βασανίζονται. Είμαι κι εγώ που πριν 15 χρόνια, στα 23 προς 24, την έχασα. Έναν ολόκληρο Μάιο, καλή ώρα, την βγάλαμε στα νοσοκομεία, περιμένοντας ότι θα τα καταφέρει. Δεν πειράζει, η καρδιά της άντεξε μέχρι την τελευταία μέρα του Μάη. Την πρώτη ανατολή του καλοκαιριού έφυγε. Κι έμεινα εκεί να την περιμένω. Η ζωή προχώρησε γιατί έπρεπε να προχωρήσει. Η ζωή συνεχίστηκε γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Μαζί συνεχίστηκαν οι πίκρες και οι χαρές, μαζί ξεπετάχτηκαν οι ευθύνες, οι υποχρεώσεις και η συνειδητοποίηση ότι ένα κομμάτι σου, ίσως το πολυτιμότερο, έφυγε. Κάποιοι λένε ότι όλοι όσοι χάσαμε γονιό έχουμε μια αδιόρατη θλίψη στα μάτια, ακόμα και αρκετά χρόνια μετά.

Η απώλεια ενός τόσο σημαντικού ανθρώπου σε διαλύει, αλλά και σε καθορίζει. Ίσως να σε ενηλικιώνει. Αλλά ναι, κάθε μέρα είναι εκεί και κάθε μέρα λείπει. Και ναι, τέτοια μέρα, στη γιορτή της μητέρας, ζηλεύω. Ανθρώπινο δεν είναι; Τους ζηλεύω γιατί εκείνοι μπορούν εκείνη τη μέρα, όπως και κάθε μέρα, να την αγκαλιάσουν, να τη φιλήσουν, να της πουν πολλά ή να μην της πουν τίποτα. Η μάνα σε νιώθει και μπορεί να καταλάβει πολλά μόνο και μόνο από το βλέμμα. Τους ζηλεύω γιατί μπορούν να της την πουν επειδή τους πρήζει, να της κλείσουν το τηλέφωνο στα μούτρα ή να μην της απαντούν καν. Τους ζηλεύω που μπορούν να ζητήσουν τη συμβουλή της ή να την απορρίψουν πριν καν την ακούσουν. Τους ζηλεύω επειδή σε εκείνη την αγκαλιά ακόμα νιώθουν ασφαλείς, ακόμα νιώθουν παιδιά. Εσύ, όμως, που την έχεις ακόμα να τη χαίρεσαι. Αλήθεια να τη χαίρεσαι. Μπορείς, αν θες, να της χαρίζεις τον χρόνο σου και την φροντίδα σου. Μπορείς, αν θες, να χάνεσαι στην αγκαλιά της, να την πηγαίνεις βόλτα, να πηγαίνετε μαζί ταξίδια, να της κάνεις τα χατίρια, να την κακομαθαίνεις, να παίρνεις ζακέτα μαζί σου όταν στο λέει κι όταν δεν στο λέει. Μπορείς, αν θες, να την συγχωρήσεις για το μικρό της παραστράτημα ή να δώσεις τόπο στην οργή όταν για χιλιοστή φορά σου λέει «πότε θα παντρευτείς; εγώ πότε θα γίνω γιαγιά;».

Μπορείς αν θες, να την προσέχεις όσο σε πρόσεχε εκείνη τόσα χρόνια, να την αγαπάς, να της το δείχνεις κάθε μέρα, να την παίρνεις τηλέφωνο, να μην την αγνοείς, αλλά να της σηκώνεις το τηλέφωνο. Εσύ μπορείς, εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, δεν μπορούμε πια. Χρόνια πολλά σε όλες τις μανάδες του κόσμου, σε εκείνες που υπήρξαν όντως μανάδες για τα παιδιά τους. Να ζήσουμε να τις θυμόμαστε οι υπόλοιποι. Και ναι θα τις θυμόμαστε για πάντα, όχι μόνο σήμερα.

 

Μάριος Ιωάννου

Συντάκτης: Guest Pillowfighter
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη