Γράφει η Άννα.

 

Είχες πάντα τον τρόπο σου να ξεγλιστράς από δύσκολες καταστάσεις κι άβολες συζητήσεις. Άβολες γιατί θα έπρεπε να πεις την αλήθεια ή να εκφράσεις τα αισθήματά σου. Είχες πάντα τις κατάλληλες λέξεις να πεις για να γλυτώσεις το φταίξιμο. Από θύμα γινόμουν η κατηγορούμενη, από θύτης γινόσουν δικαστής.

Κάθε μου επιθυμία κι ερώτηση έπεφταν για χρόνια στο κενό, ως ασήμαντα και μικρά. Έδινες μέχρι εκεί που ήθελες να δώσεις κι έπαιρνες πολλά περισσότερα. Ήσουν ο πιο γλυκός άνθρωπος όταν ήθελες να κερδίσεις κι ο πιο σκληρός όταν έβλεπες ότι χάνεις. Πότε με λάτρευες και πότε με πέταγες σαν ένα παλιό, μεταχειρισμένο παιχνίδι που βαρέθηκες.

Με ξεχνούσες, με άφηνες, με βαριόσουνα κι ύστερα ξαφνικά με ήθελες. Πιανόμουν απ’ αυτό το λίγο σου και μάζευα ταψίχουλα αγάπης που μου άφηνες για να σε δικαιολογήσω. Μέχρι που κατάλαβα ότι εγώ ήμουν το πρόβλημα κι όχι εσύ. Εσύ είσαι αυτός που είσαι και τόσο μ’ αγαπάς. Τόσο λίγο, σχεδόν καθόλου για να μπορείς να ζεις μακριά μου. Για να περνάνε οι μέρες και μη με ψάχνεις, για να μην απαντάς στο κάθε ηλίθιο μήνυμα κι αφορμή που έβρισκα για να σου μιλήσω. Για να περνάει ο καιρός και να μη με βλέπεις ή να μ’ αγγίζεις. Πάντα απορούσα πώς αντέχεις να είσαι μακριά μου τόσο πολύ. Δεν πονούσε η καρδιά σου, το σώμα σου;

Εγώ είχα το πρόβλημα. Είχα φτιάξει στο μυαλό μου την ιδέα σου που αγάπησα κι έμεινα εκεί κολλημένη. Απείχες πολύ απ’ αυτήν, από μένα, απ’ το εμείς. Δεν υπήρχε εμείς. Ήμουν εγώ κι ήταν κι άλλες. Ήταν η ζωή σου κι έξω απ’ αυτήν εγώ. Μα εσύ για μένα ήσουν η ζωή μου. Πόσο λάθος είχα. Πόσο τυφλή και ανήμπορη ήμουν. Τώρα βρίσκω τη δύναμη να μη σε ζητάω πια. Σιγά-σιγά βρίσκω τον εαυτό μου κι αδειάζω το μυαλό απ’ τον τρόμο του να σε βάλω και πάλι πίσω στη ζωή μου.

Γιατί απ’ όλα, ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο; Φοβάμαι μη γυρίσεις πάλι για ένα κρεβάτι κι εγώ να σε δεχτώ.. Φοβάμαι πως θα μου δείξεις τον γλυκό, αδύναμό σου εαυτό για να με ξεγελάσεις και μετά πάλι να προσποιείσαι πως τίποτα δεν έγινε. Σε φοβάμαι, διάολε. Περισσότερο κι απ’ τον θάνατο.

Φοβάμαι τον εξευτελισμό που θα υπομείνω και πάλι στα χέρια σου, μήπως και καταφέρω να μείνεις λίγο ακόμα. Φοβάμαι που θα νιώσει τόσο όμορφα το σώμα μου και μετά θα πρέπει να το νιώθω να αδειάζει κάθε μέρα. Φοβάμαι όσα νιώθω γιατί είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Φοβάμαι τη στιγμή που πάλι θα σε ψάχνω και θα σβήνεις απλά τα ενοχλητικά μου μηνύματα, χωρίς ν’ ασχολείσαι. Φοβάμαι το κενό βλέμμα σου κι όσα θα ζητήσεις.

Θέλω να κλειδώσω την πόρτα μου, να κλείσω τα φώτα, να κατεβάσω τα παραθυρόφυλλα και να κλείσω τ’ αυτιά μου όταν θα χτυπάει το τηλέφωνο και θα ‘σαι συ. Θέλω να βρω τη δύναμη να σε αφήσω να φύγεις κι ας κλάψω μετά μέχρι να μην υπάρχουν δάκρυα. Τουλάχιστον θα ‘ναι για μια τελευταία φορά.

 

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη